Page 28 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 28
αναμφισβήτητος
ανάκριση (η) λεπτομερειακή εξέταση, για Σύνθ.: προανάκριση
(Ουσιαστικό, Ο28) να εξακριβωθεί η αλήθεια: Οικογ. Λέξ.: ανακρίνω, ανακρι-
(α-νά-κρι-ση, γεν. ►Ο δράστης ομολόγησε τη λη- τής, ανακρίτρια, ανακριτικός
-ης, -ίσεως, πληθ. στεία που διέπραξε ύστερα από Προσδιορ.: συστηματική, νόμι-
-ίσεις) πολύωρη ανάκριση. μη, παράνομη, πολύωρη, εξονυ-
[αρχ. ἀνάκρισις < χιστική
ἀνακρίνω]
ανακύκλωση (η) επεξεργασία άχρηστου υλι- Οικογ. Λέξ.: ανακυκλώνω, ανα-
(Ουσιαστικό, Ο28) κού ώστε να γίνει δυνατή η κυκλώσιμος
(α-να-κύ-κλω-ση, επαναχρησιμοποίησή του:
γεν. -ης, -ώσεως, ►Η ανακύκλωση του χαρτιού
πληθ. -ώσεις)
[μτγν. ἀνακύκλω- βοηθάει σημαντικά στην προ-
σις] στασία του δάσους.
αναλφαβητι- το να μην ξέρει κάποιος να Οικογ. Λέξ.: αναλφάβητος
σμός (ο) διαβάζει και να γράφει: ►Ο Προσδιορ.: λειτουργικός
(Ουσιαστικό, Ο13) αναλφαβητισμός είναι ένα από
(α-ναλ-φα-βη-τι-σμός, τα βασικά προβλήματα των χω-
γεν. -ού, πληθ. – )
[μτγν. ἀναλ- ρών της Αφρικής.
φαβητισμὸς <
αντιδάν. γαλλ.
analphabétisme]
αναμονή (η) το να περιμένει κανείς κά- Οικογ. Λέξ.: αναμένω
(Ουσιαστικό, Ο24) ποιον ή κάτι: ►Η αναμονή Προσδιορ.: ανώφελη, εκνευρι-
(α-να-μο-νή, γεν. στη στάση του λεωφορείου ήταν στική, κουραστική, πολύωρη
-ής, πληθ. – ) ολιγόλεπτη. Φράσεις: ►Λίστα αναμονής
[μτγν. ἀναμονὴ < (= κατάλογος ατόμων για μια
αρχ. ἀναμένω] θέση σε αεροπορική πτήση)
αναμφισβήτη- αυτός για τον οποίο δεν Αντίθ.: αμφισβητούμενος, αμ-
τος -η, -ο υπάρχει αντίρρηση ή φίβολος
(Επίθετο, Ε2, έμψυ- αμφιβολία, ο βέβαιος: Συνών.: αδιαφιλονίκητος,
αναμφίβολος, αναντίρρητος
χα και άψυχα) ►Είναι ένας επιστήμονας με Οικογ. Λέξ.: αναμφισβήτητα
(α-ναμ-φι-σβή-τη- αναμφισβήτητο κύρος.
τος) (επίρρ.)
[αρχ. ἀναμφισβή- Προσδιοριζ.: αξία, γεγονός
τητος < ἀν στερ. +
ἀμφισβητῶ]
27
10-0102-16,5X23,5.indd 27 19/11/2015 2:09:20 µµ

