Page 235 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 235

φτηνός

                                    4.  (μτβ.)  καταλήγω,  κατα-  Παροιμ.:  ►Όσα  δε  φτάνει  η
                                    ντώ:  ►Έφτασε  να  ζει  από  τη  αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια
                                    βοήθεια των άλλων.
                                    5.  (αμτβ.)    είμαι  αρκετός:
                                    ►Φτάνουν  τα  χρήματα,  για  να
                                    αγοράσω ένα καλό αυτοκίνητο.
                                    6.  (μτβ.)  προλαβαίνω,  προ-
                                    φταίνω κάποιον: ►Τον έφτα-
                                    σε, προτού  ανεβεί στο τρένο.
                    φτηνός, και     1.  αυτός  που  πουλιέται  σε  Αντίθ.:  ακριβός  (1),  ποιοτικός
                   φθηνός -ή, -ό    χαμηλή  τιμή:  ►Αγόρασε  το  (2)
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα   σπίτι του σε σχετικά φτηνή τιμή.  Σύνθ.: πάμφθηνος
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  φθηνά  (επίρρ.),
                  και άψυχα)        2.  (μτφ.)  αυτός  που  εί-
                  (φτη-νός)         ναι  χαμηλής  ποιότητας,  φθήνια, φθηναίνω
                  [μτγν.   εὐθηνὸς   (για  πρόσ.)  μικροπρεπής:  Φράσεις:  ►Φτηνά  τη  γλίτωσα
                  <  αρχ.  εὐθυνῶ  (=   ►Χρησιμοποιεί  φτηνές  δικαι-  (= σώθηκα χωρίς να πάθω μεγά-
                  αφθονώ,    είμαι   ολογίες.  ►Η  συμπεριφορά  του  λη ζημιά)
                                    δείχνει  πόσο  φτηνός  άνθρωπος  Παροιμ.:  ►Ακριβός στα πίτου-
                  πλούσιος)]
                                    είναι.                      ρα και φτηνός στ’ αλεύρι


                    φύλακας (ο)     1.  αυτός  που  φυλάγει  πρό-  Σύνθ.:  αρχιφύλακας,  νυχτοφύ-
                   (Ουσιαστικό, Ο3)  σωπα,  πράγματα,  χώρους  λακας, δασοφύλακας, δεσμοφύ-
                  (φύ-λα-κας)       κ.λπ., ο φρουρός: ►Εργάζεται   λακας
                  [αρχ. φύλαξ]      ως  φύλακας  στο  Αρχαιολογικό   Οικογ.  Λέξ.:  φυλάω,  φυλακή,
                                    Μουσείο.                    φυλακίζω, φυλάκιο, φυλακισμέ-
                                                                νος, φυλαγμένος
                                    2. (μτφ.) αυτός που προστα-  Φράσεις:  ►Φύλακας  άγγελος
                                    τεύει  ή  και  τηρεί  κάτι:  ►Ο   (=  προστάτης)  ►Έχουν  γνώση
                                    παππούς  μου  παραμένει  πιστός   οι φύλακες (= οι αρμόδιοι έχουν
                                    φύλακας  της  κρητικής  παράδο-  λάβει τα κατάλληλα μέτρα)
                                    σης.
                     φυλή (η)       1. ομάδα ανθρώπων που ξε-   Οικογ. Λέξ.: φυλετικός, φυλετι-
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  χωρίζει λόγω κοινής κατα-  κότητα, φυλετισμός
                  (φυ-λή)           γωγής και κοινών κληρονο-   Προσδιορ.:  άγρια,  πρωτόγονη,
                  [αρχ.  φυλὴ  <  φύω  μικών  γνωρισμάτων:  ►Οι   λευκή, μαύρη, κίτρινη (1)
                  (= γεννώ)]        Κινέζοι  ανήκουν  στην  κίτρινη
                                    φυλή.
                                    2.  έθνος:  ►Η  ελληνική  φυλή
                                    διακρίνεται  για  τη  μακραίωνη
                                    ιστορία της.









                                                    234





       10-0102-16,5X23,5.indd   234                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   230   231   232   233   234   235   236   237   238   239   240