Page 236 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 236

φυτό

                  φύλο (το)      1. το αρσενικό ή θηλυκό γέ-  Συνών.: εθνότητα (2)
                (Ουσιαστικό, Ο32)  νος  των  ανθρώπων  ή  των  Προσδιορ.:  ισχυρό,  ασθενές,
               (φύ-λο)           ζώων: ►Τα δυο φύλα έχουν ίσα   ωραίο (1)
               [λόγ. < αρχ. φύλον]  δικαιώματα.              Φράσεις:  ►Ισχυρό  φύλο        (=
                                 2.  σύνολο  ανθρώπων  με    οι  άνδρες)  ►Ασθενές  /  Ωραίο
                                 κοινά εθνολογικά ή ανθρω-   φύλο (= οι γυναίκες)
                                 πολογικά    χαρακτηριστι-
                                 κά, λαός, φυλή:  ►Τα δωρικά
                                 φύλα εξαπλώθηκαν κυρίως στην
                                 Πελοπόννησο, τη Δ. Ελλάδα και
                                 την Κρήτη.
                   φύση (η)      1.  όλα  τα  έμψυχα  και  τα  Σύνθ.: φυσιογνωμία, φυσιογνώ-
                (Ουσιαστικό, Ο27)  άψυχα  όντα  του  σύμπα-  στης, φυσιοθεραπεία
               (φύ-ση, γεν. -ης,   ντος, ο φυσικός κόσμος που   Οικογ.  Λέξ.:  φυσικός,  φυσικά
               -εως, πληθ. -εις)  μας  περιβάλλει:  ►Η  ελληνι-  (επίρρ.), φυσικότητα
               [αρχ.  φύσις  <  φύω   κή φύση έχει άπειρες ομορφιές.  Προσδιορ.: ανεξερεύνητη, πρω-
               (= γεννώ)]        2.  τα  έμφυτα  στοιχεία  που   τόγονη  (1),    καλλιτεχνική,  μυ-
                                 διαθέτει  κάποιος,  ο  χαρα-  στηριώδης (2)
                                                             Φράσεις:  ►Εκ  φύσεως  (=  από
                                 κτήρας,  το  ήθος,  η  ιδιοσυ-  τη γέννηση) ►Πάσης φύσεως (=
                                 γκρασία:  ►Έχει από τη φύση   κάθε  είδους)  ►Παρά  φύσιν  (=
                                 του ευγενική συμπεριφορά.    αντίθετα προς τους νόμους της
                                                             φύσης)


                φυσιογνωμία      1.  τα  ιδιαίτερα  εξωτερικά  Συνών.: μορφή
                      (η)        χαρακτηριστικά προσώπου  Οικογ.  Λέξ.:  φυσιογνωμικός,
                (Ουσιαστικό, Ο19)  ή πράγματος, όψη, εξωτερι-  φυσιογνωμικά  (επίρρ.),  φυσιο-
               (φυ-σι-ο-γνω-μί-α)  κή  εμφάνιση:  ►Αυτό  το  κο-  γνωμιστής
               [λόγ.  <  αρχ.  φυσι-  ρίτσι  έχει  τη  φυσιογνωμία  της   Προσδιορ.:  γνωστή  (1,  2),  συ-
               ογνωμία (= μελέτη   γιαγιάς του.              μπαθητική (1), σημαντική, ηγε-
               της φύσης)]       2. (μτφ.) σημαντική προσω-  τική (2)
                                 πικότητα, άτομο που ξεχω-
                                 ρίζει:  ►Ο  Ν.  Παπανι-κολάου
                                 υπήρξε μια εξέχουσα φυσιογνω-
                                 μία στον τομέα της ιατρικής επι-
                                 στήμης.

                  φυτό (το)      1.  κάθε  ζωντανός  οργανι-  Σύνθ.:  φυτοζωώ,  φυτοκομία,
                (Ουσιαστικό, Ο31)  σμός  που  φυτρώνει  στο  φυτολογία,  φυτοφάγος,  φυτο-
               (φυ-τό)           έδαφος  και  αποτελείται    φάρμακο
               [αρχ. φυτὸν]      από ρίζες, βλαστό και φύλ-  Οικογ. Λέξ.: φυτεύω, φυτευτός,
                                 λα: ►Τα καλλωπιστικά φυτά τα   φύτευση, φυτεία,






                                                  235





       10-0102-16,5X23,5.indd   235                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   231   232   233   234   235   236   237   238   239   240   241