Page 237 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 237

φωνήεν

                                    χρησιμοποιούμε  για  την  ομορ-  φύτεμα, φυτικός
                                    φιά τους.                   Προσδιορ.:  αρωματικό,  διακο-
                                    2. (μτφ.) αυτός που έχει χά-  σμητικό,  εξωτικό,  καλλωπιστι-
                                    σει  ένα  μέρος  ή  το  σύνολο   κό, τροπικό,  φαρμακευτικό  (1)
                                    των  διανοητικών  του  ικα-
                                    νοτήτων:  ►Μετά  το  ατύχημα
                                    που είχε  έχασε κάθε επικοινωνία
                                    με το περιβάλλον κι έμεινε φυτό.


                    φωνήεν (το)     ο  φθόγγος  που  μπορεί  να  Σύνθ.: φωνηεντόληκτος
                   (Ουσιαστικό, Ο48)  σχηματίσει  μόνος  του  μια  Οικογ. Λέξ.: φωνηεντικός
                  (φω-νή-εν, γεν.   συλλαβή: ►Φωνήεντα είναι τα
                  -ήεντος, πληθ.    γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω.
                  -ήεντα)
                  [αρχ. φωνῆεν <
                  ουδ. επιθ. φωνήεις
                  (= εκείνος που έχει
                  φωνή)]
                      φως (το)      1. ό,τι διεγείρει το αισθητή-  Αντίθ.: σκότος (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο43)  ριο της όρασης και μας κά-  Συνών.: φέγγος (1), λάμπα, λυ-
                  (φως, γεν. -ός, πληθ.  νει  να  βλέπουμε:  ►Τα  φυτά   χνία, φανάρι (3)
                  -α)               δε μεγαλώνουν, αν δεν τα βλέπει   Σύνθ.: φωτογράφος, φωταγώγη-
                  [αρχ. φῶς]        το φως.                     ση,  φωτογένεια,  φωτοκύτταρο,
                                    2.  η  αίσθηση  της  όρασης:   φωταέριο, φωτοσύνθεση, φωτο-
                                    ►Βρήκε το φως του με τη βοή-  αντίγραφο,  πολύφωτο
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  φωτίζω,  φώτιση,
                                    θεια του γιατρού.           φωτεινός, φωτεινότητα, φωστή-
                                    3. λαμπτήρας, πηγή φωτός:   ρας, φωτιά
                                    ►Χρειαζόμαστε μεγαλύτερο φως   Φράσεις:  ►Είναι  φως  φανάρι
                                    στην κουζίνα του σπιτιού μας.  (= είναι ολοφάνερο) ►Ήρθε στο
                                    4.  (στον  πληθ.,  μτφ.)  γνώ-  φως  (=  αποκαλύφθηκε) ►Δίνω
                                    σεις,   σοφία,   μόρφωση:  πράσινο φως (= επιτρέπω σε κά-
                                    ►Ζήτησε  τα  φώτα  της  επιστή-  ποιον κάτι) ►Ποιος στραβός δε
                                    μης,  για  να  αντιμετωπίσει  κά-  θέλει το φως του (= όταν προτεί-
                                    ποιο πρόβλημα υγείας.       νεται σε κάποιον κάτι που επι-
                                                                θυμεί)

















                                                    236





       10-0102-16,5X23,5.indd   236                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   232   233   234   235   236   237   238   239   240   241   242