Page 29 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 29
ανάπαυση
ανάπαυση (η) 1. διακοπή από σωματική Αντίθ.: προσοχή (2)
(Ουσιαστικό, Ο28) ή πνευματική εργασία, ξε- Συνών.: ανάπαυλα
(α-νά-παυ-ση, γεν. κούραση: ►Μου χρειάζεται Σύνθ.: αγρανάπαυση, ημιανά-
-ης, -αύσεως, πληθ. ανάπαυση για μερικές ημέρες. παυση
- ) 2. παράγγελμα στη γυμνα- Οικογ. Λέξ.: αναπαύομαι, ανα-
[αρχ. ἀνάπαυσις < στική για προσωρινή χαλά- παυτικός, αναπαυτικά (επίρρ.)
ἀναπαύω] Προσδιορ.: αιώνια, απαραίτη-
ρωση: ►Ανάπαυση! τη, μεσημεριανή (1)
ανάρρωση (η) η διαδικασία αποκατάστα- Οικογ. Λέξ.: αναρρώνω, αναρ-
(Ουσιαστικό, Ο28) σης της υγείας ενός αρρώ- ρωτικός, αναρρωτήριο
(α-νάρ-ρω-ση, γεν. στου: ►Η καλή ψυχολογία Προσδιορ.: ταχεία, γρήγορη,
-ης, -ώσεως, πληθ. βοήθησε στη γρήγορη ανάρρω- δύσκολη
-ώσεις, γεν. -ώσεων) σή του.
[μτγν. ἀνάρρωσις
< ἀναῤῥώνυμι]
ανασκαφή (η) προσεκτικό σκάψιμο στη Οικογ. Λέξ.: ανασκάπτω, ανα-
(Ουσιαστικό, Ο24) γη, με σκοπό την ανεύρεση σκαφικός
(α-να-σκα-φή, και μελέτη αρχαίων αντι- Προσδιορ.: αρχαιολογική, απο-
γεν. -ής, πληθ. -ές) κειμένων: ►Οι συστηματικές καλυπτική, συστηματική, πολύ-
[μτγν. ἀνασκαφὴ < ανασκαφές στη Βεργίνα οδήγη- χρονη, επίπονη
αρχ. ἀνασκάπτω] σαν στον τάφο του Φιλίππου.
ανάσταση (η) 1. επαναφορά ενός νεκρού Σύνθ.: νεκρανάσταση
(Ουσιαστικό, Ο28) στη ζωή: ►Το Σάββατο, πριν Οικογ. Λέξ.: ανασταίνω, ανα-
(α-νά-στα-ση, γεν. από τη Μεγάλη Εβδομάδα, στάσιμος
-ης, -άσεως, πληθ. γιορτάζουμε την ανάσταση του Προσδιορ.: αληθινή, μέλλουσα
-άσεις, γεν. -άσεων) Λαζάρου. (1)
[αρχ. ἀνάστασις < Φράσεις: ►Ανάστα ο Κύριος
ἀνίστημι (= σηκώ- 2. η γιορτή της Ανάστασης (= για μεγάλη αναστάτωση και
νω)] του Χριστού, το Πάσχα: φασαρία)
►Η Ανάσταση του Κυρίου είναι
το μεγαλύτερο γεγονός της χρι-
στιανοσύνης.
ανατρέπω 1. (μτβ.) ρίχνω κάποιον ή Συνών.: αναστρέφω (1), αναι-
(Ρήμα, Ρ2) κάτι από τη θέση του, ανα- ρώ, ακυρώνω (2)
(ενεστ. α-να-τρέ-πω, ποδογυρίζω, γκρεμίζω: ►Τα Οικογ. Λέξ.: ανατροπή, ανα-
αόρ. ανέτρεψα, παθ. κύματα ήταν τόσο μεγάλα που τρεπτικός, ανατρέψιμος
αόρ. ανατράπηκα) ανέτρεψαν τις βάρκες των ψα-
[αρχ. ἀνατρέπω] ράδων.
2. (μτβ.) αποδεικνύω ότι
κάτι είναι λάθος ή ψέμα:
28
10-0102-16,5X23,5.indd 28 19/11/2015 2:09:20 µµ

