Page 30 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 30

ανέκφραστος

                                 ►Όταν γνωριστήκαμε καλύτερα
                                 με τον τροχονόμο, μας είπε διά-
                                 φορα  αστεία  και  έτσι  ανέτρεψε
                                 την εικόνα που είχαμε ότι ήταν
                                 πάντα σοβαρός και αμίλητος.

                ανατροφή (η)     1. φροντίδα για τη σωματι-  Συνών.: μεγάλωμα (1), διάπλα-
                (Ουσιαστικό, Ο24)  κή και την πνευματική ανά-  ση (2)
               (α-να-τρο-φή,  γεν.             πτυξη ενός ανηλίκου:  Οικογ. Λέξ.: ανατρέφω
               -ής, πληθ. – )    ►Διέθεσαν πολύ χρόνο για την   Προσδιορ.:  καλή,  κακή,  φιλε-
               [λόγ.   <   ελνστ.    ανατροφή του παιδιού τους.   λεύθερη,  κοινωνική,  οικογενει-
               ἀ-νατροφὴ  <  αρχ.   2.  η  κατάλληλη  διαπαιδα-  ακή (1, 2)
               ἀ-νατρέφω]
                                 γώγηση:  ►Είναι  ένας  άνθρω-
                                 πος με πολύ καλή ανατροφή.

               άναυδος, -η, -ο   αυτός  που  έχασε  προσωρι-  Συνών.: άφωνος, άλαλος
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα)  νά  τη φωνή του από έκπλη-
               (ά-ναυ-δος)       ξη, θαυμασμό, συγκίνηση ή
               [αρχ.  ἄναυδος  <   φόβο: ►Το πλήθος παρακολου-
               ἀν στερ. + αὐδὴ (=   θούσε  άναυδο  την  επιχείρηση
               φωνή)]
                                 διάσωσης των τραυματιών.

                 ανδρεία και     παλικαριά, γενναιότητα:     Αντίθ.: ανανδρία, δειλία, λιπο-
                 αντρεία (η)     ►Στον  πόλεμο  του  1940  οι   ψυχία
                (Ουσιαστικό, Ο19)  Έλληνες  ξεχώρισαν  για  την   Συνών.: γενναιοψυχία
               (αν-δρεί-α, γεν.  αντρεία που έδειξαν.        Οικογ. Λέξ.: ανδρείος, αντρειω-
                -ας, πληθ. – )                               μένος, αντρειοσύνη
               [αρχ. ἀνδρεία <
               ἀνδρεῖος < ἀνὴρ]

               ανεκτικός -ή, -ό  αυτός  που  δείχνει  ανοχή  Συνών.: διαλλακτικός, επιεικής
               (Επίθετο, Ε1, έμψυχα)  και  υπομονή:  ►Ο  διαιτητής   Οικογ.  Λέξ.:  ανέχομαι,  ανοχή,
               (α-νε-κτι-κός)    του  αγώνα  ήταν  ανεκτικός  στο   ανεκτός, ανεκτικότητα
               [μτγν.  ἀνεκτικὸς  <   σκληρό παιχνίδι των ποδοσφαι-
               ἀνέχομαι]         ριστών.

                ανέκφραστος,     1. αυτός που δεν εκφράζει,  Συνών.:  ανείπωτος (1)
                    -η, -ο       που δεν εκδηλώνει κανένα    Οικογ. Λέξ.: ανέκφρα στα
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  συναίσθημα:             (επίρρ.)
               και άψυχα)        ►Ο  κατηγορούμενος  παρακο-  Προσδιοριζ.:  βλέμμα, πρόσωπο
               (α-νέκ-φρα-στος)  λουθούσε ανέκφραστος τις κατα-  (1)
               [μτγν. ἀνέκφρα-   θέσεις των μαρτύρων.








                                                  29





       10-0102-16,5X23,5.indd   29                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   25   26   27   28   29   30   31   32   33   34   35