Page 31 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 31
άνεργος
στος < ἀν στερ. + 2. αυτός που δεν μπορεί να
ἐκφράζω < ἐκ + εκφραστεί με λόγια: ►Η
φράζω (= λέγω)] συγκίνηση που ένιωσε για την
επιτυχία του παιδιού της ήταν
ανέκφραστη.
άνεργος , -η, -ο αυτός που δεν έχει ή δε Αντίθ.: εργαζόμενος
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα) βρίσκει δουλειά: ►Οι Οικογ. Λέξ.: ανεργία
(ά-νερ-γος) άνεργοι πτυχιούχοι αυξάνονται Προσδιοριζ.: νέος, οικογενει-
[ αρχ. ἄνεργος < ἀν ανησυχητικά. άρχης, γυναίκα
στερ. + ἔργον]
ανέφικτος, -η, που δεν μπορεί να πραγμα- Αντίθ.: εφικτός, κατορθωτός
-ο τοποιηθεί: ►Η κατάκτηση της Συνών.: ακατόρθωτος, απραγ-
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) σελήνης έμοιαζε με ανέφικτο ματοποίητος
(α-νέ-φι-κτος) επίτευγμα πριν από λίγες δε-
[μτγν. ἀνέφικτος < καετίες.
ἀν στερ. + ἐφικτὸς]
ανέχεια (η) έλλειψη των απαραίτη- Συνών.: φτώχεια, ένδεια
(Ουσιαστικό, Ο20) των αγαθών για να ζήσει Προσδιορ.: γενική, απόλυτη,
(α-νέ-χει-α, γεν. κάποιος, η φτώχεια: ►Έζησε μεγάλη
-ας, πληθ. – ) μια ζωή μέσα στη στέρηση και
[λόγ. ἀνέχεια < ἀν την ανέχεια.
στερ. + ἔχω]
ανησυχία (η) 1. έλλειψη ηρεμίας, ανα- Αντίθ.: ησυχία, ηρεμία, γαλήνη
(Ουσιαστικό, Ο20) στάτωση, ψυχική ταραχή, (1)
(α-νη-συ-χί-α) αγωνία: ►Τα λόγια του προ- Συνών.: αναταραχή (1), ενδια-
[μεσν. ἀνησυχία κάλεσαν ζωηρή ανησυχία στο φέροντα (2)
< ἀνήσυχος < ἀν πλήθος. Προσδιορ.: απερίγραπτη, ανε-
στερ. + ἥσυχος] 2. (συνήθ. στον πληθ.) έφε- ξήγητη (1), καλλιτεχνική, πνευ-
ση για έρευνα, αναζήτηση: ματική (2)
►Έχει καλλιτεχνικές ανησυχί-
ες.
άνθος (το) το μέρος του φυτού στο Συνών.: ανθός
(Ουσιαστικό, Ο37) οποίο παράγεται ο καρπός, Σύνθ.: ανθοπώλης, ανθοφορώ,
(άν-θος, γεν. -ους, το λουλούδι: ►Τα άνθη της ανθοστόλιστος, ανθόσπαρτος
πληθ. -η, γεν. -έων) λεμονιάς μυρίζουν όμορφα. Προσδιορ.: ευωδιαστό, μυρω-
[λόγ. < αρχ. ἄνθος] δάτο, εξωτικό
Φράσεις: ►Στο άνθος της ηλι-
κίας (= στη νεότητά του)
30
10-0102-16,5X23,5.indd 30 19/11/2015 2:09:20 µµ

