Page 32 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 32
ανταμοιβή
ανιστόρητος, 1. αυτός που δεν ξέρει ιστο- Οικογ. Λέξ.: ανιστορώ, ανιστό-
-η, -ο ρία: ►Είναι τόσο ανιστόρητος, ρητα (επίρρ.)
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα που δεν ξέρει πότε έγινε η ελλη-
και άψυχα) νική επανάσταση.
(α-νι-στό-ρη-τος) 2. που δεν μπορεί να εξιστο-
[μτγν. ἀνιστόρη- ρηθεί:
τος < ἀν στερ. + ►Είναι ανιστόρητα τα βάσανα
ἱστορῶ (= διηγού- που πέρασε.
μαι)]
ανοικοδόμηση 1. το χτίσιμο από την αρχή: Αντίθ.: κατεδάφιση, γκρέμισμα
(η) ►Η ανοικοδόμηση της εκκλησί- (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) ας ύστερα από τον σεισμό ήταν Συνών.: ανακατασκευή, ανα-
(ά-νοι-κο-δό-μη- αναγκαία. στήλωση (1), αποκατάσταση (2)
ση, γεν. -ης, -ήσεως, 2. (μτφ.) ανόρθωση, ανασυ- Οικογ. Λέξ.: ανοικοδομώ, ανοι-
πληθ. -ήσεις, γεν. γκρότηση: κοδομητικός
–ήσεων)
[αρχ. ἀνοικοδόμη- ►Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πό-
σις < ἀνοικοδομῶ λεμο, οι κυβερνήσεις φρόντισαν
< ἀνὰ + οἰκοδομῶ] για την ανοικοδόμηση των χω-
ρών τους.
ανόρθωση (η) η επαναφορά σε προηγού- Σύνθ.: επανόρθωση, παλινόρ-
(Ουσιαστικό, Ο28) μενη καλή κατάσταση, ανα- θωση
(α-νόρ-θω-ση, γεν. στήλωση:
-ης, -ώσεως, πληθ. ► Πραγματοποιήθηκε η ανόρ-
-ώσεις, γεν. -ώσεων) θωση του ερειπωμένου ναού.
[μτγν. ἀνόρθωσις
< ἀνορθῶ < ἀνὰ +
ὀρθῶ]
ανοσία (η) η ικανότητα του οργανι- Σύνθ.: ανοσοποιώ, ανοσοποιη-
(Ουσιαστικό, Ο20) σμού να αντιμετωπίζει τα τικός
(α-νο-σί-α γεν. -ας, μικρόβια:
πληθ. – ) ►Τα εμβόλια εξασφαλίζουν ανο-
[μτγν. ἀνοσία < ἀ σία από διάφορες αρρώστιες.
στερ. + νόσος]
ανταμοιβή (η) ό,τι προσφέρεται ή γίνε- Συνών.: επιβράβευση
(Ουσιαστικό, Ο24) ται για ανταπόδοση ή πλη- Προσδιορ.: τιμητική, ανάλογη,
(α-ντα-μοι-βή) ρωμή: ►Η επιτυχία του στο νόμιμη, γενναία
[λόγ. < ελνστ. Πανεπιστήμιο ήταν η καλύτερη
ἀ-νταμοιβὴ < ανταμοιβή των κόπων του.
ἀντα-μείβω]
31
10-0102-16,5X23,5.indd 31 19/11/2015 2:09:20 µµ

