Page 33 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 33

αντανάκλαση

                   αντανάκλαση      1.  το  φαινόμενο  κατά  το  Συνών.: ανάκλαση
                        (η)         οποίο  επιστρέφουν  το  φως   Οικογ. Λέξ.: αντανακλαστικός,
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  και  ο  ήχος,  όταν  πέφτουν   αντανακλαστικά (επίρρ.)
                  (α-ντα-νά-κλα-ση,   πάνω  σε  μια  επιφάνεια:
                  γεν. -ης, -άσεως,      ►Η  αντανάκλαση  του  φωτός
                  πληθ. -άσεις, γεν.    είναι  φαινόμενο  που  εξετάζει  η
                  -άσεων)
                  [μτγν. ἀντανάκλα-  Φυσική.
                  σις < ἀντανακλῶ]  2.  (μτφ.)  αντίκτυπος,  έμμε-
                                    ση ενέργεια: ►Η επιτυχία της
                                    ομάδας  μας    είχε  αντανάκλαση
                                    σε όλη την τοπική  κοινωνία.

                   ανταπόκριση      1. θετική αντίδραση σε κά-  Συνών.:  ρεπορτάζ (2)
                        (η)         ποιο κάλεσμα: ►Οι εκκλήσεις   Οικογ.  Λέξ.:  ανταποκρίνομαι,
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  των  «Γιατρών  χωρίς  σύνορα»   ανταποκριτής
                  (α-ντα-πό-κρι-ση,   βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση.  Προσδιορ.:  τηλεφωνική,    αμε-
                  γεν. -ης, -ίσεως,   2. ειδήσεις που στέλνει απε-  ρόληπτη, εμπιστευτική (2)
                  πληθ. -ίσεις, γεν.   σταλμένος  δημοσιογράφος:
                  -ίσεων)
                  [μτγν.  ἀνταπόκρι-  ►Στην  εφημερίδα  υπήρχε  μια
                  σις < ἀνταποκρίνο-  ανταπόκριση από το Πεκίνο.
                  μαι]
                      αντέχω        1.   (μτβ.)   έχω   δύναμη:   Συνών.: υπομένω (2)
                       (Ρήμα)       ►Αντέχει να αντιμετωπίσει τον   Οικογ.  Λέξ.:  αντοχή,  ανθεκτι-
                  (ενεστ. α-ντέ-χω,    βαρύ χειμώνα.            κός, ανθεκτικότητα
                  αόρ. άντεξα, μτχ.   2.  (μτβ.)  αντιμετωπίζω  με
                  ενεργ. ενεστ. αντέχο-
                  ντας)             υπομονή:  ►Αντέχει  τις  ιδιο-
                  [αρχ. ἀντέχω <    τροπίες του γείτονά του.
                  ἀντὶ + ἔχω]       3.  (μτβ.)    αντιστέκομαι  σε
                                    κάτι:  ►Τα  φράγμα  δεν  άντεξε
                                    την πίεση του νερού και κατέρ-
                                    ρευσε.



                   αντήχηση  (η)    η  επανάληψη  ενός  ήχου  Συνών.: αντίλαλος, ηχώ
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  από  την  αντανάκλαση  σε   Οικογ. Λέξ.: αντηχώ, αντηχητι-
                  (α-ντή-χη-ση, γεν.   κάποια επιφάνεια: ►Η αντή-  κά (επίρρ.)
                   -ης, -ήσεως, πληθ.  χηση της φωνής του ακούστηκε
                   -ήσεις, γεν. -ήσεων )  δυνατά στην άδεια αίθουσα.
                  [μτγν. ἀντήχησις <
                  ἀντηχῶ]








                                                     32





       10-0102-16,5X23,5.indd   32                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   28   29   30   31   32   33   34   35   36   37   38