Page 34 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 34

αντιπαθώ

                αντίδραση  (η)   1. ενέργεια που γίνεται, για  Οικογ.  Λέξ.:  αντιδραστήρας,
                (Ουσιαστικό, Ο28)  να  εξουδετερωθεί  κάποια   αντιδραστήριο,  αντιδραστικός,
               (α-ντί-δρα-ση, γεν.   άλλη:  ►Η  αντίδραση  του  ορ-  αντιδραστικότητα
                -ης,  -άσεως, πληθ.  γανισμού στα διάφορα μικρόβια
                -άσεις, γεν. -άσεων)  είναι συνεχής.
               [μτγν.  ἀντίδρασις
               < ἀντιδρῶ < ἀντὶ +   2.  (φυσ.)  η  ίση  και  αντίθε-
               δρῶ]              τη δύναμη που αναπτύσσει
                                 ένα σώμα, όταν δέχεται την
                                 επίδραση μιας άλλης δύνα-
                                 μης: ►Η κίνηση των πυραύλων
                                 γίνεται  με  αντίδραση,  δηλ.  με
                                 εκτίναξη αερίων προς την αντί-
                                 θετη κατεύθυνση.
                                 3.  (χημ.)  φαινόμενο  που
                                 προκαλείται  από  την  επί-
                                 δραση μιας ουσίας πάνω σε
                                 άλλη: ►Η ένωση οξυγόνου και
                                 υδρογόνου  προκαλεί  αντίδραση
                                 από την οποία δημιουργείται το
                                 νερό.




                 αντίθεση (η)    1.  η  διαφορά  που  προκύ-  Συνών.: αντιπαράθεση (1),
                (Ουσιαστικό, Ο28)  πτει  από  την  τοποθέτηση   ασυμφωνία (2)
               (α-ντί-θε-ση, γεν.  ενός  πράγματος  απέναντι   Προσδιορ.:  απόλυτη,  χαρακτη-
                -ης, -έσεως, πληθ.  στο  άλλο:  ►Υπάρχει  έντονη   ριστική, πολιτική, κοινωνική (2)
                -έσεις, γεν. -έσεων)  αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
               [αρχ.  ἀντίθεσις  <
               ἀντιτίθημι < ἀντὶ +   χρώματα.
               τίθημι]             2.  διαφωνία:  ►Υπάρχει  με-
                                 γάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο
                                 απόψεις που διατυπώθηκαν.



                  αντιπαθώ       (μτβ.) αισθάνομαι απέχθεια  Αντίθ.: συμπαθώ
                   (Ρήμα, Ρ6)    για  κάποιον  ή  για  κάτι:   Συνών.: απεχθάνομαι, αποστρέ-
               (ενεστ.  α-ντι-πα-θώ,   ►Αντιπαθώ  εκείνους  που  λένε   φομαι
               αόρ. αντιπάθησα)  ψέματα.                     Οικογ.  Λέξ.:  αντιπαθής,  αντι-
               [μτγν.  ἀντιπαθῶ  <                           πάθεια, αντιπαθητικός, αντιπα-
               ἀντὶ + παθεῖν < πά-                           θητικά (επίρρ.)
               σχω]







                                                  33





       10-0102-16,5X23,5.indd   33                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   29   30   31   32   33   34   35   36   37   38   39