Page 35 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 35

αντίστροφος

                   αντίστροφος,     που  έχει  αντίθετη  διεύθυν-  Συνών.:  αντίθετος,  ανάποδος,
                        -η, -ο      ση ή φορά από την κανονι-   αντεστραμμένος
                  (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  κή ή  την προηγούμενη: ►Το   Προσδιοριζ.:  μέτρηση,  κίνηση,
                  (α-ντί-στρο-φος)  πλοίο υποχρεώθηκε να ακολου-  κλάσματα (τα)
                  [αρχ.  ἀντίστροφος   θήσει αντίστροφη πορεία και να   Φράσεις: ►Αντίστροφη μέτρη-
                  <  ἀντιστρέφω  <   επιστρέψει στο λιμάνι.     ση (= η μέτρηση προς τα πίσω)
                  ἀντὶ + στρέφω]                                ►Αντίστροφοι  αριθμοί  (=  οι
                                                                αριθμοί που έχουν γινόμενο τη
                                                                μονάδα)

                  αντωνυμία (η)     κλιτή λέξη που τη χρησιμο-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  ποιούμε στη θέση ονόματος,
                  (α-ντω-νυ-μί-α,  γεν.  ουσιαστικού  ή  επιθέτου:
                  -ας, πληθ. -ες, γεν.  ►Τις  δεικτικές  αντωνυμίες  τις
                   -ιών)            χρησιμοποιούμε,  όταν δείχνου-
                  [μτγν.  ἀντωνυμία
                  <  ἀντὶ  +  ὄνυμα  (=   με κάτι.
                  όνομα)]

                   ανύπαρκτος,      που  δεν  υφίσταται,  ο  φα-  Αντίθ.: υπαρκτός, πραγματικός
                        -η, -ο      νταστικός:  ►Αναζητούσε  τον   Συνών.: ανυπόστατος
                  (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  φίλο του σε μια ανύπαρκτη οδό.   Οικογ. Λέξ.: ανύπαρκτα (επίρρ.),
                  (α-νύ-παρ-κτος)                               ανυπαρξία
                  [μτγν. ἀνύπαρκτος
                  < ἀν στερ. + ὑπαρ-
                  κτὸς < ὑπάρχω]

                     άνωση (η)      (φυσ.) η ώθηση που δέχεται
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  προς  τα  επάνω  κάθε  σώμα
                  (ά-νω-ση, γεν. -ης,   που βυθίζεται σε υγρό ή αέ-
                  -ώσεως, πληθ. – )  ριο: ►Ο νόμος της άνωσης των
                  [λόγ. ἄνωσις <  ἄνω   σωμάτων  ανακαλύφθηκε  από
                  + ὠθῶ]
                                    τον Αρχιμήδη.

                      αξία (η)      1. ο  υπολογισμός σε χρήμα-  Συνών.:  κόστος (1),    ιδανικά
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  τα  ενός  πράγμα τος,  η  τιμή   (3)
                  (α-ξί-α)          :  ►Η  αξία  της  ακίνητης  περι-  Σύνθ.: υπεραξία
                  [αρχ. ἀξία < ἄξιος]  ουσίας  του  ανέρχεται  σε  πολλά   Οικογ. Λέξ.: αξίζω,  άξιος, άξια
                                    εκατομμύ ρια.               (επίρρ.), αξιοσύνη, αξίωση
                                                                Προσδιορ.: αγοραστική, ονομα-
                                    2.  η  χρησιμότητα,  η  σπου-  στική  (1),  ανυπολόγιστη,  υλική
                                    δαιότητα  ενός  ατόμου  ή   (1, 2), επιστημονική, καλλιτεχνι-
                                    ενός αντικειμένου: ►Το έργο  κή, ιστορική, πνευματική (2, 3),
                                    του  έχει  μεγάλη  καλλιτεχνική  ανεκτίμητη (1, 2, 3)
                                    αξία.





                                                     34





       10-0102-16,5X23,5.indd   34                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   30   31   32   33   34   35   36   37   38   39   40