Page 36 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 36
αόριστος
3. (πληθ.) για κάτι που
αναγνωρίζεται ως αληθι-
νό, ωραίο και καλό και το
οποίο προσπαθούμε να πε-
τύχουμε στη ζωή μας: ► Η
ελευθερία και η δικαιο σύνη είναι
σταθερές κοινωνικές αξίες.
αξιοπιστία (η) το να εμπνέει κάποιος εμπι- Αντίθ.: αναξιοπιστία
(Ουσιαστικό, Ο19) στοσύνη: ►Η αξιοπιστία του Σύνθ.: αναξιοπιστία
(α-ξι-ο-πι-στί-α, γεν. μάρτυρα ήταν δύσκολο να αμφι- Οικογ. Λέξ.: αξιόπιστος, αξιόπι-
-ας, πληθ. – ) σβητηθεί. στα (επίρρ.)
[λόγ. < ελνστ.
ἀξιοπιστία < ἀξι-
όπιστος < ἄξιος +
πίστις]
αξιοπρέπεια (η) ο σεβασμός, η ευγένεια Αντίθ.: μικροπρέπεια
(Ουσιαστικό, Ο20) στους τρόπους, η σοβαρότη- Συνών.: ευπρέπεια, κοσμιότητα
(α-ξι-ο-πρέ-πει-α, τα: ►Συμπεριφέρθηκε με αξιο-
γεν. -ας, πληθ. – ) πρέπεια, παρά την προσβολή που
[μεσν. ἀξιοπρέπεια του έγινε.
< ἀξιοπρεπὴς]
αξίωση (η) απαίτηση που πηγάζει από Σύνθ.: απαξίωση
(Ουσιαστικό, Ο28) κάποιο δικαίωμα: Προσδιορ.: υπερβολική, αδι-
(α-ξί-ω-ση, γεν. -ης, ►Επειδή είμαι καθημερινός πε- καιολόγητη, παράλογη, αβάσι-
-ώσεως, πληθ. λάτης σου, έχω την αξίωση να μη
-ώσεις, γεν. -ώσεων) με προσέχεις περισσότερο. Φράσεις: ►Έργο αξιώσεων (=
[αρχ. ἀξίωσις < αξιόλογο)
ἀξιῶ]
άοκνος, -η, -ο ακούραστος: ►Οι μαθητές Αντίθ.: οκνηρός, νωθρός
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα κατέβαλαν άοκνες προσπάθειες Συνών.: ακαταπόνητος
και άψυχα) για την επιτυχία της σχολικής Οικογ. Λέξ.: άοκνα (επίρρ.)
(ά-οκ-νος) γιορτής. Προσδιοριζ.: προσπάθεια
[αρχ. ἄοκνος < ἀ
στερ. + ὄκνος (= δι-
σταγμός, φόβος)]
αόριστος, -η, -ο 1. που δεν είναι συγκεκρι- Συνών.: ακαθόριστος, απροσδι-
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) μένος, καθορισμένος, ο ασα- όριστος, ασαφής (1)
(α-ό-ρι-στος) φής, ο αβέβαιος: ►Έδωσε αό- Σύνθ: αοριστολογώ, αοριστολο-
[λόγ. < αρχ. ἀόρι- ριστες υποσχέσεις για τον χρόνο γία
στος < ἀ στερ. + ολοκλήρωσης του έργου.
ὁρίζω]
35
10-0102-16,5X23,5.indd 35 19/11/2015 2:09:20 µµ

