Page 37 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 37
απαγγέλλω
2. ιστορικός χρόνος του ρή- Αντίθ.: καθορισμένος
ματος, που φανερώνει ότι Οικογ. Λέξ.: αόριστα (επίρρ.),
κάτι έγινε στο παρελθόν με αοριστία
συντομία: ►Ο αόριστος του Προσδιοριζ.: υποσχέσεις (οι) (1)
ρήματος διαβάζω είναι «διάβα-
σα».
απαγγέλλω και (μτβ.) εκφωνώ με τέχνη Οικογ. Λέξ.: απαγγελία, απαγ-
–λνω πεζό κείμενο ή ποίημα: ►Οι γελτικός
(Ρήμα) μαθητές απάγγειλαν ποιήματα Φράσεις: ►Απαγγέλλω κατη-
(ενεστ. α-παγ-γέλ- στη σχολική γιορτή για την 25 γορία (= διατυπώνω κατηγορία)
η
λω, αόρ. απάγγειλα, Μαρτίου.
απήγγειλα, παθ. αόρ.
απαγγέλθηκα)
[αρχ. ἀπαγγέλλω
< ἀπὸ + ἀγγέλλω <
ἄγγελος]
απάθεια (η) αναισθησία, αδιαφορία: Οικογ. Λέξ.: απαθής
(Ουσιαστικό, Ο20) ►Ήταν εντυπωσιακή η απάθειά
(α-πά-θει-α, γεν. του μπροστά στο δράμα που ζού-
-ας, πληθ. – ) σε ο γείτονάς του.
[αρχ. ἀπάθεια <
ἀπαθὴς < ἀ στερ. +
πάθος]
απαισιοδοξία το να τα βλέπει κανείς όλα Αντίθ.: αισιοδοξία
(η) από την άσχημη πλευρά, Συνών: πεσιμισμός
(Ουσιαστικό, Ο19) χωρίς ελπίδα: ►Υπάρχει με- Οικογ. Λέξ.: απαισιοδοξώ,
(α-παι-σι-ο-δο-ξί-α, γάλη απαισιοδοξία για το αποτέ- απαισιόδοξος
γεν. -ας, πληθ. - ) λεσμα του ποδοσφαιρικού αγώνα Προσδιορ.: αδικαιολόγητη,
[λόγ. ἀπαισιοδο- της Κυριακής. ανεξήγητη, μεγάλη
ξία < ἀπὸ στερ. +
αἰσιόδοξος < με-
ταφρ. δάν. γαλλ.
pessimiste]
απαιτώ (μτβ.) ζητώ επίμονα κάτι, Οικογ. Λέξ.: απαίτηση, απαιτη-
(Ρήμα, Ρ6) αξιώνω να μου δώσουν τικός
(ενεστ. α-παι-τώ, αυτό που μου ανήκει:
αόρ. απαίτησα, παθ. ►Οι εργαζόμενοι απαιτούν
αόρ. απαιτήθη-
κα, παθ. μτχ. ενεστ. να ενισχυθούν τα εισοδήματά
απαιτούμενος) τους. ►Το κράτος απαιτεί την
[λόγ. < αρχ. ἀπαιτῶ εφαρμογή των νόμων.
< ἀπὸ + αἰτῶ]
36
10-0102-16,5X23,5.indd 36 19/11/2015 2:09:20 µµ

