Page 38 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 38

άπειρος

                 απαλλάσσω       1. (μτβ.) απομακρύνω  κάτι  Συνών.: απελευθερώνω (1)
                   (Ρήμα, Ρ3)    δυσάρεστο  από  κάποιον:    Οικογ. Λέξ.: απαλλαγή,  απαλ-
               (ενεστ. α-παλ-λάσ-  ►Η  συστηματική  μελέτη  τον   λακτικός
               σω, αόρ. απάλλαξα,   απάλλαξε από το άγχος των εξε-
               παθ. αόρ. απαλλά-  τάσεων.
               χτηκα, παθ. μτχ.
               απαλλαγμένος)     2. (μτβ.) αθωώνω:  ►Το δικα-
               [λόγ. < αρχ. ἀπαλ-  στήριο τον απάλλαξε από τις κα-
               λάσσω < ἀπὸ +     τηγορίες.
               ἀλλάσσω]

               απασχόληση (η)    1.  δραστηριότητα  με  ορι-  Σύνθ.: υποαπασχόληση
                (Ουσιαστικό, Ο28)  σμένο θέμα και σκοπό:  ►Οι   Οικογ. Λέξ.: απασχολώ
               (α-πα-σχό-λη-ση,   κατασκηνώσεις είναι μια ευχάρι-  Προσδιορ.:  ευχάριστη,  μό νιμη,
               γεν. -ης, -ήσεως,   στη καλοκαιρινή απασχόληση.   προσωρινή (1, 2), πλήρης (2)
               πληθ. -ήσεις)     1. η εργασία, το επάγγελμα:
               [μτγν. ἀπασχόλη-
               σις < μεταφρ. δάν.   ►Μετά  τις  σπουδές  έρχεται  το
               αγγλ. employment]  πρόβλημα της απασχόλησης.




                 απείθεια (η)    η άρνηση υπακοής σε κανό-   Συνών.: απειθαρχία, ανυπακοή
                (Ουσιαστικό, Ο20)  νες ή εντολές: ►Η απείθεια σε   Οικογ. Λέξ.: απειθής
               (α-πεί-θει-α, γεν.              απόφαση  δικαστηρίου  τιμωρεί-  Προσδιορ.:  αξιόποινη,  πρωτο-
               -ας, πληθ. – )    ται από τον νόμο με πρόστιμο ή   φανής
               [λόγ. < αρχ. ἀπεί-  φυλάκιση.
               θεια < ἀπειθὴς < α
               στερ. + πείθω]

               απεικόνιση (η)    πιστή  περιγραφή  ενός  γε-  Συνών.: αναπαράσταση
                (Ουσιαστικό, Ο28)  γονότος  ή ενός πράγματος:   Οικογ. Λέξ.: απεικονίζω
               (α-πει-κό-νι-ση, γεν.   ►Το διήγημά του είναι μια πι-  Προσδιορ.: πραγματική,  πιστή,
               -ης, -ίσεως, πληθ.          στή  απεικόνιση  της  αγροτική   συνολική
               -ίσεις )          ζωής.
               [μεσν. ἀπεικόνισις
               < ἀπὸ + εἰκονίζω]
                άπειρος, -η, -ο  1.  απέραντος,  ατέλειωτος:  Αντίθ.:  πεπερασμένος  (1),  με-
                 (Επίθετο, Ε2, έμψυ-  ►Του  χρωστάω  άπειρη  ευγνω-  τρήσιμος (2)
               χα και άψυχα)     μοσύνη.                     Συνών.:  απεριόριστος (1), ανα-
               (ά-πει-ρος)       2. αυτός που είναι πολύ με-  ρίθμητος,  αμέτρητος,  ανυπολό-
               [αρχ. ἄπειρος < ἀ   γάλος  και  δεν  μπορεί  να   γιστος (2)
               στερ. + πέρας  (=   μετρηθεί: ►Μαζεύτηκε άπειρο   Σύνθ.: απειροελάχιστος, απειρά-
               τέλος)]           πλήθος, για να  ακούσει την ομι-  ριθμος
                                                             Οικογ.  Λέξ.:  άπειρα  (επίρρ.),
                                 λία του.                    απείρως (επίρρ.)




                                                  37





       10-0102-16,5X23,5.indd   37                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   33   34   35   36   37   38   39   40   41   42   43