Page 60 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 60
διαμονή
διακήρυξη (η) 1. η επίσημη ανακοίνωση Συνών.: ανακοίνωση, κοινοποί-
(Ουσιαστικό, Ο28) θέσεων, αρχών, αποφάσε- ηση, γνωστοποίηση (1)
(δια-κή-ρυ-ξη, γεν. ων: Προσδιορ.: προεκλογική (1),
-ης, -ύξεως, πληθ. ►Η ιδρυτική διακήρυξη του πολιτική, ιδεολογική (1, 2)
-ύξεις, γεν. -ύξεων) νέου κόμματος παρουσιάστηκε
[μτγν. διακήρυξις σε μεγάλη εκδήλωση στον λαό.
< διακηρύττω]
2. διεθνής συμφωνία μεταξύ
δύο κρατών: ►Υπο-γράφτηκε
διακήρυξη φιλίας και συνεργα-
σίας μεταξύ των δύο χωρών.
διάλειμμα (το) προσωρινή διακοπή, παύση Προσδιορ.: απαραίτητο, ευχά-
(Ουσιαστικό, Ο40) : ►Οι εργάτες έκαναν διάλειμμα ριστο, σύντομο, μουσικό
(διά-λειμ-μα, γεν. για φαγητό. Φράσεις: ►Κατά διαλείμματα
-είμματος πληθ. (= από καιρό σε καιρό)
-είμματα, γεν.
-άτων)
[αρχ. διάλειμμα <
διαλείπω]
διάλογος (ο) συζήτηση, συνομιλία ανά- Αντίθ.: μονόλογος (1)
(Ουσιαστικό, Ο16) μεσα σε δύο ή περισσότερα Συνών.: στιχομυθία
(διά-λο-γος, γεν. πρόσωπα: ►Τα προβλήματα Οικογ. Λέξ.: διαλογίζομαι, δια-
-όγου πληθ. -οι) στο σχολείο λύνονται πιο εύκολα λογικός
[λόγ. < αρχ. διάλο- με διάλογο και συνεννόηση. Προσδιορ.: γόνιμος, ειλικρινής,
γος] εποικοδομητικός, έντονος
Φράσεις.: ►Διάλογος κωφών (=
για έλλειψη πραγματικού δια-
λόγου, όπου ο καθένας επιμένει
στις απόψεις του)
διαμαρτύρομαι (αμτβ.) εκφράζω έντονα πα- Συνών.: παραπονούμαι
(Ρήμα, Ρ3) ράπονα ή αντίθεση για κάτι
(ενεστ. δια-μαρ-τύ- που είναι άδικο ή παράνο-
ρο-μαι, παθ. αόρ. δι- μο: ►Οι κάτοικοι διαμαρτυρή-
αμαρτυρήθηκα) θηκαν για την υποβάθμιση του
[αρχ. διαμαρτύρο-
μαι] περιβάλλοντος στην περιοχή
τους.
διαμονή (η) ο τόπος στον οποίο ζει, μέ- Συνών.: κατοικία
(Ουσιαστικό, Ο24) νει κάποιος: ►Ο τόπος δια- Προσδιορ.: άγνωστη, μόνιμη,
(δια-μο-νή, γεν. μονής του κατά τους καλοκαιρι- προσωρινή
-ής, πληθ. – ) νούς μήνες είναι η Λέρος.
59
10-0102-16,5X23,5.indd 59 19/11/2015 2:09:23 µµ

