Page 61 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 61

διάνοια

                    διάνοια (η)     η δύναμη του νου, η σκέψη,   Συνών.: ευφυΐα, μεγαλοφυΐα
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  το πνεύμα: ►Είναι διάνοια στα   Προσδιορ.: λαμπρή, φωτισμένη
                  (διά-νοι-α, γεν.   μαθηματικά.
                  -ας,  πληθ.  – )
                  [λόγ.  <  αρχ.  διά-
                  νοια < διὰ + νοῦς]
                   διαπολιτισμι-    αυτός που έχει σχέση με δύο  Προσδιοριζ.: εκπαίδευση
                    κός,  -ή, -ό    ή  περισσότερους  πολιτι-
                  (Επίθετο, Ε1, άψυχα)  σμούς: ►Στην Ελλάδα λειτουρ-
                  (δια-πο-λι-τι-σμι-  γούν  ορισμένα  διαπολιτισμικά
                  κός)              σχολεία.
                  [μεταφρ. δάν. αγγλ.
                  intercultural]

                     διάσημος,      αυτός που είναι πολύ γνω-   Αντίθ.: άσημος
                       -η, -ο       στός,  ονομαστός,  ξακου-   Συνών.: πασίγνωστος, φημισμέ-
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  στός: ►Πρόσφατα επισκέφτηκε   νος
                  και άψυχα)        την  πόλη  μας  ένας  διάσημος   Προσδιοριζ.:  επιστήμονας,  πο-
                  (διά-ση-μος)      καλλιτέχνης του θεάτρου.    λιτικός, καλλιτέχνης
                  [λόγ. < αρχ. διάση-
                  μος < διὰ + σῆμα]
                  διαστολή (η)      (φυσ.)  η  αύξηση  των  δια-  Αντίθ.: συστολή
                  (Ουσιαστικό, Ο24)  στάσεων   ενός   σώματος   Συνών.: διόγκωση, μεγέθυνση
                  (δια-στο-λή)      λόγω θερμότητας: ►Η μεγά-   Σύνθ.: αντιδιαστολή
                  [αρχ.  διαστολὴ  <   λη ζέστη προκαλεί διαστολή στις   Προσδιορ.: φυσική, τεχνητή
                  διαστέλλω]        μεταλλικές γραμμές του τρένου.


                   διαυγής, -ής,    1.  καθαρός,  διάφανος:  ►Το  Αντίθ.: θολός (1)
                        -ές         νερό της βρύσης του χωριού μας    Συνών: διαφανής, λαγαρός  (1),
                  (Επίθετο, Ε9, άψυχα)  είναι διαυγές και δροσερό.  ευκρινής (2)
                  (δι-αυ-γής, γεν.  2.  (μτφ.)  σαφής,  ακριβής:   Οικογ. Λέξ.: διαύγεια
                  -ούς, -ούς, -ούς,   ►Οι σκέψεις του είναι διαυγείς   Προσδιοριζ.: σκέψη, ατμόσφαι-
                  πληθ. -είς, -είς, -ή)  και συγκεκριμένες.     ρα
                  [αρχ. διαυγὴς < διὰ
                  + αὐγὴ]
                  διεύθυνση  (η)    1. ο τόπος στον οποίο μένει  Συνών.:  τόπος  διαμονής  (1),
                  (Ουσιαστικό, Ο28)  ή εργάζεται  κάποιος: ►Η δι-  ηγεσία (2)
                  (δι-εύ-θυν-ση, γεν.   εύθυνσή μου είναι Θ. Σοφούλη   Σύνθ.: υποδιεύθυνση
                  -ης, -ύνσεως, πληθ.    30, Κομοτηνή.          Οικογ.  Λέξ.:  διευθύνω,  διευθυ-
                  -ύνσεις)          2. η διοίκηση μιας υπηρεσί-  ντής,  διευθυντικός,  διευθυντή-
                  [λόγ. διεύθυνσις   ας:  ►Η  διεύθυνση  της  επιχεί-  ριο
                  < διὰ + εὐθύνω <                              Προσδιορ.:  νέα,  προσωρινή  (1,
                  εὐθὺς]            ρησης βρίσκεται σε καλά χέρια.   2, 3), άγνωστη (1),  γενική, καλ-
                                                                λιτεχνική (2)


                                                     60





       10-0102-16,5X23,5.indd   60                                                   19/11/2015   2:09:23 µµ
   56   57   58   59   60   61   62   63   64   65   66