Page 62 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 62

δόξα

                                 3.  η  κατεύθυνση  προς  την
                                 οποία  κινείται  κάποιος  ή
                                 κάτι: ►Οι άνεμοι αύριο θα πνέ-
                                 ουν από βόρειες διευθύνσεις.

                 διήγηση (η)     περιγραφή  πραγματικών  ή  Συνών.: εξιστόρηση, αφήγηση
               (Ουσιαστικό, Ο28)  φανταστικών   γεγονότων:   Οικογ. Λέξ: διήγημα
               (δι-ή-γη-ση, γεν.  ►Η προφορική διήγηση του πε-  Προσδιορ.:  παραστατική,  ζω-
               -ης, -ήσεως, πληθ.   ριστατικού ήταν συναρπαστική.  ντανή, φανταστική, ανιαρή
                -ήσεις, γεν. -ήσεων)
               [λόγ. < αρχ. διήγη-
               σις < διηγοῦμαι]

                  διορθώνω       1.  (μτβ.)  επαναφέρω  κάτι  Συνών.: επιδιορθώνω (1), συνε-
                   (Ρήμα, Ρ1)    στη σωστή θέση ή κατάστα-   τίζω (2)
               (ενεστ.  δι-ορ-θώ-νω,  ση, αποκαθιστώ: ►Διόρθωσα   Σύνθ.: επιδιορθώνω
               αόρ.  διόρθωσα,  παθ.   τα  λάθη  που  έκανα  στην  ορθο-  Οικογ. Λέξ.: διόρθωση, διόρθω-
               αόρ.   διορθώθηκα,   γραφία.                  μα, διορθωτής, διορθωτικός
               παθ.  μτχ.  διορθωμέ-
               νος)              2.  (μτβ.)  συμμορφώνω,  σω-
               [λόγ. < αρχ. δι-  φρονίζω: ►Έννοια σου και θα
               ορθῶ < διὰ + ὀρθῶ   σε διορθώσω εγώ, αν το ξανακά-
               < ὀρθὸς]          νεις!
                 διχόνοια (η)    η  διαφωνία  ανάμεσα  σε  Αντίθ.: ομόνοια, σύμπνοια
                (Ουσιαστικό, Ο20)  άτομα ή ομάδες που οδηγεί   Συνών:  διένεξη
               (δι-χό-νοι-α)     σε έχθρα:  ►Υπάρχει παλιά δι-  Προσδιορ.:  καταστρεπτική,  αι-
               [λόγ.  <  αρχ.  διχό-  χόνοια  ανάμεσα  σ’  αυτούς  τους   ώνια, οικογενειακή
               νοια < δίχα (= χωρι-  δύο.                    Παροιμ.:  ►Η  ομόνοια  χτίζει
               στά) +  νοῦς]                                 σπίτι κι η διχόνοια το γκρεμίζει

                 διώρυγα (η)     μακρύ, βαθύ τεχνητό αυλά-   Φράσεις.: ►Διώρυγα αποξηρα-
                (Ουσιαστικό, Ο22)  κι  με  το  οποίο  συνδέονται   ντική  (=  για  την  αφαίρεση  νε-
               (δι-ώ-ρυ-γα)      δύο θάλασσες, λίμνες ή πο-  ρού από ελώδη χωράφια)
               [λόγ. < αρχ. διῶ-
               ρυξ]              τάμια: ►Η διάνοιξη της διώρυ-
                                 γας της Κορίνθου έγινε το 1893.

                   δόξα (η)      η  μεγάλη  φήμη,  ο  θαυμα-  Συνών.: αίγλη, μεγαλεία (τα)
                (Ουσιαστικό, Ο19)  σμός  που  προκαλεί  και  το    Σύνθ.: δοξολογία, ένδοξος, άδο-
               (δό-ξα, γεν. -ας,    όνομα που αποκτά κάποιος   ξος, φιλόδοξος
               πληθ.  -ες, γεν. -  )  για τις ικανότητές του: ►Με   Οικογ.  Λέξ.:  δοξάζω,  δοξασία,
               [αρχ. δόξα < δοκῶ   τις λαμπρές του επιτυχίες κέρδι-  δοξαστικός
               (= νομίζω)]       σε μεγάλη δόξα στο πανελλήνιο.  Προσδιορ.:  αθάνατη,  αιώνια,
                                                             εφήμερη
                                                             Φράσεις: ►Στο απόγειο της δό-
                                                             ξας (= στο μέγιστο σημείο)


                                                  61





       10-0102-16,5X23,5.indd   61                                                   19/11/2015   2:09:23 µµ
   57   58   59   60   61   62   63   64   65   66   67