Page 63 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 63
δραχμή
δραχμή (η) το νόμισμα της Ελλάδας Σύνθ.: δραχμοποιώ, δεκάδραχ-
(Ουσιαστικό, Ο24) μέχρι το 2002: ►Το εισιτήριο μο, εικοσάδραχμο
(δραχ-μή) για το θέατρο κόστιζε παλιότερα Οικογ. Λέξ.: δραχμικός
[αρχ. δραχμὴ < περίπου πέντε χιλιάδες δραχμές.
δράττω (= παίρνω
κάτι με το χέρι)]
62
10-0102-16,5X23,5.indd 62 19/11/2015 2:09:23 µµ

