Page 64 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 64

έθιμο (το)     κάθε συνήθεια που επικρά-   Συνών.: παράδοση
                (Ουσιαστικό, Ο34)  τησε  και παραδί δεται από  Σύνθ.:  εθιμοτυπία,  εθιμοτυπι-
               (έ-θι-μο,  γεν.  -ίμου,  γενιά σε γε νιά:  ►Το ψήσιμο   κός, εθιμοτυπικά (επίρρ.)
               πληθ. -α)         του αρνιού στη σούβλα είναι ένα   Οικογ. Λέξ.: εθιμικός
               [λόγ. < αρχ. ἔθος (=   ελληνικό παραδοσιακό πασχαλι-  Προσδιορ.:  αρχαίο,    πατροπα-
               συνήθεια)]        νό  έθιμο.                  ράδοτο,  τοπικό,  θρησκευτικό,
                                                             λατρευτικό


                  έθνος (το)     ομάδα ανθρώπων που τους  Συνών.: φυλή, γένος
                (Ουσιαστικό, Ο37)  συνδέει κοινό ιστορικό πα-  Σύνθ.: εθναπόστολος, εθνάρχης,
               (έ-θνος, γεν. -ους,   ρελθόν,  κοινός  πολιτισμός   εθνομάρτυρας,  εθνόσημο,  εθνε-
               πληθ. -η)         και συνήθως κοινή γλώσσα    γερσία,  εθνοσυνέλευση
               [λόγ.  <  αρχ.  ἔθνος   και  θρησκεία:  ►Κάθε  έθνος   Οικογ. Λέξ.: εθνικός, εθνικότη-
               (=  ομάδα  ανθρώ-  έχει  τα  δικά  του  ήθη  και  έθιμα   τα, εθνικιστής, εθνικισμός, εθνό-
               πων)]             και τις δικές του παραδόσεις.  τητα
                                                             Προσδιορ.:  ένδοξο,  μαρτυρικό,
                                                             δοξασμένο,  φιλειρηνικό,    αρ-
                                                             χαίο



                  είδηση (η)     1. πληροφορία, μήνυμα, αγ-  Συνών.:  νέο  (το),  ανακοίνωση,
                (Ουσιαστικό, Ο28)  γελία: ►Η είδηση για το ναυά-  ειδοποίηση, αναγγελία (1, 2)
               (εί-δη-ση, γεν. -ης,  γιο  μαθεύτηκε  σε  ολόκληρη  τη   Σύνθ.: ειδησεογραφία, συνείδη-
                -ήσεως,  πληθ.   χώρα.                       ση
                -ήσεις, γεν.  -ήσεων)  2.  (πληθ.)    η  μετάδοση  των   Προσδιορ.: ανεξακρίβωτη, απο-
               [αρχ. εἴδησις < οἶδα   κυριότερων  γεγονότων  της   καλυπτική,  ανακριβής,  συντα-
               (= γνωρίζω )]                                 ρακτική,  τραγική,  χαρμόσυνη,
                                 ημέρας  από  το  ραδιόφωνο   επίκαιρη (1, 2)
                                 ή την τηλεόραση: ►Ακούσαμε
                                 για την αλλαγή του καιρού στο
                                 βραδινό δελτίο ειδήσεων της τη-
                                 λεόρασης.



                                                  63





       10-0102-16,5X23,5.indd   63                                                   19/11/2015   2:09:23 µµ
   59   60   61   62   63   64   65   66   67   68   69