Page 65 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 65

ειλικρίνεια

                  ειλικρίνεια  (η)  το να εκφράζεται κανείς με  Αντίθ.: ανειλικρίνεια,  προσποί-
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  αληθινό  και  γνήσιο  τρόπο,   ηση
                  (ει-λι-κρί-νει-α,  γεν.  χωρίς  υποκρισία:  ►Θα  σου   Συνών.:    ευθύτητα,  ανυποκρι-
                  -ας, πληθ. - )    μιλήσω με ειλικρίνεια, όπως ται-  σία
                  [αρχ.  εἰλικρίνεια  <   ριάζει σε πραγματικούς φίλους.    Σύνθ.: ανειλικρίνεια
                  εἰλικρινὴς]                                   Οικογ. Λέξ.: ειλικρινής, ειλικρι-
                                                                νά (επίρρ.)


                     ειρήνη (η)     1.  κατάσταση    ηρεμίας  και  Αντίθ.:  πόλεμος,    εχθροπραξίες
                   (Ουσιαστικό, Ο25)  καλών   σχέσεων   μεταξύ   (1)
                  (ει-ρή-νη,  γεν.  -ης,  ανθρώπων,  λαών,  κρατών   Σύνθ.:  ειρη  νοποιός,  ειρηνόφι-
                  πληθ.  – )        κ.λπ., απουσία ταραχών και   λος, ειρηνοδικείο
                  [αρχ. εἰρήνη]     πολεμικών  συγκρούσεων:     Οικογ.  Λέξ.:  ειρηνικός,  ειρηνι-
                                    ►Η  ειρήνη ανάμεσα στους λα-  κά (επίρρ.), ειρηνεύω, ειρή νευση,
                                                                ειρηνευτής,  ειρη  νευτικός
                                    ούς είναι το πολυτιμότερο αγαθό.  Προσδιορ.:  παγκόσμια  (1,  2),
                                    2.  συνθήκη,  συμφωνία  για  κοινωνική, εργα σιακή (1)
                                    τον  τερματισμό  εμπόλεμης
                                    κατάστασης:  ►Το  1945  υπο-
                                    γράφτηκε  ειρήνη  ανάμεσα  στις
                                    Η.Π.Α.  και την Ιαπωνία.





                     έκθεση (η)     1.  δημόσια   παρουσίαση  Συνών.: αναφορά (2)
                  (Ουσιαστικό, Ο28)  προϊόντων  ή  έργων  τέ-   Οικογ.  Λέξ.:    εκθέτω,  εκθέτης,
                  (έκ-θε-ση, γεν. -ης,   χνης  σε  κάποιο  χώρο:  ►Η   έκθετος, εκθετήριο, έκ  θεμα
                  -έσεως, πληθ.     Πινακοθήκη διοργάνωσε μια με-  Προσδιορ.:  ανθοκομική,  εμπο-
                  -έσεις, -έσεων)   γάλη έκθεση με έργα Ελλήνων   ρική,   καλλιτεχνική,   τοπική,
                  [λόγ. < αρχ.  ἔκθε-  ζωγράφων.                ζωγραφική  (1),  εμπιστευτική,
                  σις < ἐκτίθημι]                               υπηρεσιακή, αναλυτική,    αστυ-
                                    2.  λεπτομερής  γραπτή  πα-  νομική, ιατροδικαστική (2), διε-
                                    ρουσίαση  ενός  γεγονότος:  θνής (1, 2)
                                    ►Η Τροχαία κατέθεσε αναλυτι-
                                    κή  έκθεση  για  το  αυτοκινητικό
                                    δυστύχημα.
                                    3.    σχολικό  μάθημα  στο
                                    οποίο οι μαθητές αναπτύσ-
                                    σουν  γραπτά  κάποιο  θέμα:
                                    ►Από  μικρός  έγραφε  πολύ  κα-
                                    λές εκθέσεις για το περιβάλλον.








                                                     64





       10-0102-16,5X23,5.indd   64                                                   19/11/2015   2:09:23 µµ
   60   61   62   63   64   65   66   67   68   69   70