Page 66 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 66
έκταση
ειλικρίνεια (η) το να εκφράζεται κανείς με Αντίθ.: ανειλικρίνεια, προσποί- εκκλησία (η) 1. ο χριστιανικός ναός: ►Η Συνών.: χριστιανοσύνη (2)
(Ουσιαστικό, Ο20) αληθινό και γνήσιο τρόπο, ηση (Ουσιαστικό, Ο19) εκκλησία της ενορίας κτίστηκε Σύνθ.: ξωκλήσι, παρεκκλήσι
(ει-λι-κρί-νει-α, γεν. χωρίς υποκρισία: ►Θα σου Συνών.: ευθύτητα, ανυποκρι- (εκ-κλη-σί-α) με δωρεές των κατοίκων. Οικογ. Λέξ.: εκκλησιάζο μαι,
-ας, πληθ. - ) μιλήσω με ειλικρίνεια, όπως ται- σία [λόγ. < αρχ. ἐκκλη- 2. το σύνολο των χριστια- εκκλη σιαστικός, εκκλησίασμα,
[αρχ. εἰλικρίνεια < ριάζει σε πραγματικούς φίλους. Σύνθ.: ανειλικρίνεια σία < ἐκκαλῶ (= νών: ►Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκλησιασμός
εἰλικρινὴς] Οικογ. Λέξ.: ειλικρινής, ειλικρι- καλώ κάποιον τιμά τη μνήμη του Αγίου Προσδιορ.: ορθόδοξη, καθολι-
νά (επίρρ.) έξω)] Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. κή, προτεστα ντική, δυτική, ρω-
3. η συγκέντρωση των πο- μαϊκή, βυζαντινή (1, 2)
Φράσεις: ►Η Μεγάλη του
ειρήνη (η) 1. κατάσταση ηρεμίας και Αντίθ.: πόλεμος, εχθροπραξίες λιτών στην αρχαία Ελλάδα: Χριστού Εκκλησία (= το
(Ουσιαστικό, Ο25) καλών σχέσεων μεταξύ (1) ►Για θέματα του κράτους της Οικουμενικό Πατρι αρχείο)
(ει-ρή-νη, γεν. -ης, ανθρώπων, λαών, κρατών Σύνθ.: ειρη νοποιός, ειρηνόφι- αρχαίας Αθήνας αποφάσιζε η
πληθ. – ) κ.λπ., απουσία ταραχών και λος, ειρηνοδικείο εκκλησία του δήμου.
[αρχ. εἰρήνη] πολεμικών συγκρούσεων: Οικογ. Λέξ.: ειρηνικός, ειρηνι- Σύνθ.: εκλογοδικείο, εκλογολό-
εκλογή (η)
►Η ειρήνη ανάμεσα στους λα- κά (επίρρ.), ειρηνεύω, ειρή νευση, (Ουσιαστικό, Ο24) 1. το να αναδεικνύεται κά- γος
ειρηνευτής, ειρη νευτικός
ποιος σε ένα αξίωμα ή σε
ούς είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Προσδιορ.: παγκόσμια (1, 2), (ε-κλο-γή) μια θέση με ψηφοφορία: Οικογ. Λέξ.: εκλέγω, εκλεγμέ-
2. συνθήκη, συμφωνία για κοινωνική, εργα σιακή (1) [αρχ. ἐκλογὴ < ►Η εκλογή του στον εκπολιτι- νος, εκλογικός, εκλόγιμος
τον τερματισμό εμπόλεμης ἐ-κλέγω] στικό σύλλογο της περιοχής του Προσδιορ.: υποχρεωτική (1, 2),
κατάστασης: ►Το 1945 υπο- ήταν αναμενόμενη. (πληθ.) νόθες, παράνομες, επα-
γράφτηκε ειρήνη ανάμεσα στις 2. (πληθ.) η επίσημη ψη- ναληπτικές, βουλευτικές, δημο-
Η.Π.Α. και την Ιαπωνία. φοφορία για την ανάδειξη τικές (2)
βουλευτών ή δημοτικών
και κοινοτικών αρχών:
►Οι βουλευτικές εκλογές διεξά-
έκθεση (η) 1. δημόσια παρουσίαση Συνών.: αναφορά (2) γονται κάθε τέσσερα χρόνια.
(Ουσιαστικό, Ο28) προϊόντων ή έργων τέ- Οικογ. Λέξ.: εκθέτω, εκθέτης, έκταση (η) 1. το εμ βαδόν μιας επιφά- Αντίθ.: σύμπτυξη (4)
(έκ-θε-ση, γεν. -ης, χνης σε κάποιο χώρο: ►Η έκθετος, εκθετήριο, έκ θεμα (Ουσιαστικό, Ο28) νειας: ►Οι πλημμύρες κατέ- Σύνθ.: επέκταση
-έσεως, πληθ. Πινακοθήκη διοργάνωσε μια με- Προσδιορ.: ανθοκομική, εμπο- (έ-κτα-ση, γεν. -ης, στρεψαν μεγάλες εκτάσεις καλ- Οικογ. Λέξ.: εκτείνω, εκτεταμέ-
-έσεις, -έσεων) γάλη έκθεση με έργα Ελλήνων ρική, καλλιτεχνική, τοπική, -άσεως, πληθ. -άσεις) λιεργημένης γης. νος
[λόγ. < αρχ. ἔκθε- ζωγράφων. ζωγραφική (1), εμπιστευτική, [λόγ. < αρχ. ἔκτα- Προσδιορ.: μικρή, με γάλη, απέ-
σις < ἐκτίθημι] υπηρεσιακή, αναλυτική, αστυ- σις < ἐκτείνω] 2. η χρονική διάρκεια: ►Η ραντη, περιορισμένη, ανυπολό-
2. λεπτομερής γραπτή πα- νομική, ιατροδικαστική (2), διε- συζήτηση πήρε μεγάλη έκταση. γιστη (1, 2, 3), αχα νής (1)
ρουσίαση ενός γεγονότος: θνής (1, 2) 3. το μέγεθος, η σπουδαιό- Φράσεις: ►Το γεγονός πήρε με-
►Η Τροχαία κατέθεσε αναλυτι- τητα: ►Η έκταση των ζημιών γάλη έκταση (= έγινε πολύ γνω-
κή έκθεση για το αυτοκινητικό ήταν πολύ μεγάλη. στό)
δυστύχημα. 4. το τέντωμα, το άπλωμα:
3. σχολικό μάθημα στο ► Η έκταση των χεριών είναι
οποίο οι μαθητές αναπτύσ- παράγγελμα της γυμναστικής.
σουν γραπτά κάποιο θέμα:
►Από μικρός έγραφε πολύ κα-
λές εκθέσεις για το περιβάλλον.
65
10-0102-16,5X23,5.indd 65 19/11/2015 2:09:23 µµ

