Page 67 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 67

εκτιμώ

                      εκτιμώ        1.  (μτβ.)  αναγνωρίζω  την  Συνών.:  σέβομαι  (1),  κοστολο-
                      (Ρήμα, Ρ5)    αξία κάποιου, τιμώ:         γώ,   αποτιμώ (2)
                  (ενεστ. ε-κτι-μώ, αόρ.   ►Εκτίμησαν  τις  επιστημονικές   Σύνθ.: συνεκτιμώ, υπερεκτιμώ
                  εκτίμησα, παθ. αόρ.   του γνώσεις.            Οικογ.  Λέξ.:  εκτίμηση,  εκτιμη-
                  εκτιμήθηκα, παθ.   2. (μτβ.) καθορίζω την τιμη,   τής
                  μτχ. εκτιμημένος)  υπολογίζω  την  αξία  ενός
                  [αρχ. ἐκτιμῶ]
                                    πράγματος  ή  μιας  πράξης,:
                                    ►Εκτιμώ ότι η αξία του οικοπέ-
                                    δου είναι μικρότερη.
                   ελάττωμα (το)    1. (για πρόσωπα) σωματική  Αντίθ.: προτέρημα, χάρισμα (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο40)  ατέλεια    ή  πρόβλημα  στον  Συνών.: ψεγάδι (1)
                  (ε-λάτ-τω-μα, γεν.  χαρακτήρα  και  τη  συμπε-  Οικογ. Λέξ.: ελαττώνω, ελάττω-
                  -ώματος, πληθ.    ριφορά,  μειονέκτημα:  ►Το   ση, ελαττωματικός, ελαττωματι-
                   -ώματα)          βασικό  ελάττωμα που τον χαρα-  κότητα
                  [λόγ. < αρχ. ἐλάτ-  κτηρίζει είναι η ασυνέπειά του.   Προσδιορ.: αδιόρθωτο,   σοβα-
                  τωμα < ἐλαττῶ <                               ρό, σημαντικό (1, 2)
                  ἐλάσσων]          2. (για πράγματα) αυτά που
                                    δεν είναι σωστά κατασκευ-
                                    ασμένα  ή  δε  λειτουργούν
                                    καλά: ►Η τηλεόρασή μου έχει
                                    το ελάττωμα να μη  δείχνει πά-
                                    ντα έγχρωμη εικόνα.


                   ελευθερία  (η)   1. έλλειψη καταναγκασμού,  Αντίθ.: ανελευθερία (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  το  δικαίωμα    να  ενεργεί  Σύνθ.: ανελευθερία
                  (ε-λευ-θε-ρί-α)   κάποιος σύμφωνα με τη θέ-   Οικογ. Λέξ.: ελεύθερος, ελεύθε-
                  [αρχ. ἐλευθερία <   λησή  του  μέσα  στα  νόμιμα   ρα (επίρρ.), ελευθερώνω, ελευθέ-
                  ἐλεύθερος]        πλαίσια:  ►Η  ελευθερία  της   ρωση, ελευθερωτής
                                                                Προσδιορ.: αντρειωμένη, χιλιά-
                                    γνώμης είναι δικαίωμα κάθε πο-  κριβη,  εθνική,  πολιτική,  θρη-
                                    λίτη.                       σκευτική (2), πλήρης (1, 2)
                                    2. (για κράτη) ανεξαρτησία,
                                    κυριαρχία, αυτοτέλεια: ►Οι
                                    Έλληνες  υπερασπίστηκαν  πά-
                                    ντοτε  με  σθένος  την  ελευθερία
                                    τους.

                    έλλειψη (η)     το να μην υπάρχει κάτι ανα-  Αντίθ.: επάρκεια
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  γκαίο  ή  αυτό  να  μην  είναι  Συνών.: ανεπάρκεια
                  (έλ-λει-ψη, γεν.   αρκετό:  ►Το  σπίτι  μας  έχει   Οικογ.  Λέξ.:  ελλιπής,  ελλειπτι-
                  -ης, -είψεως, πληθ.  ακόμη πολλές ελλείψεις.  κός, έλλειμμα
                   -είψεις)
                  [λόγ. < αρχ. ἔλλει-
                  ψις < ἐλλείπω < ἐν
                  + λείπω]




                                                     66





       10-0102-16,5X23,5.indd   66                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   62   63   64   65   66   67   68   69   70   71   72