Page 68 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 68
έννοια
εμβαδόν (το) 1. η επιφάνεια ενός χώρου:
(Ουσιαστικό) ►Η πλατεία έχει μεγάλο εμβα-
(εμ-βα-δόν, γεν. δόν.
-ού, πληθ. -ά) 2. ο αριθμός (σε τετραγωνι-
[μτγν. ἐμβαδὸν < κά μέτρα κ.λπ.) που προκύ-
αρχ. ἐμβαίνω < ἐν + πτει από τη μέτρηση μιας
βαίνω] επιφάνειας: ►Το συνολικό
εμβαδόν της οικοδομής είναι πε-
ντακόσια τετραγωνικά μέτρα.
εμπιστοσύνη 1. το να πιστεύει κανείς Αντίθ.: δυσπιστία, αμφισβήτηση
(η) στην αξία, την ικανότητα, (1)
(Ουσιαστικό, Ο25) την τιμιότητα και την εχε- Συνών.: αξιοπιστία, πίστη (1, 2)
(ε-μπι-στο-σύ-νη, μύθεια κάποιου: ►Έχω από- Οικογ. Λέξ.: έμπιστος, εμπι-
γεν. -ης, πληθ. - ) λυτη εμπιστοσύνη στους φίλους στεύομαι, εμπιστευτικός
[μεσν. ἐμπιστο- μου. Προσδιορ.: αμοιβαία, απεριόρι-
σύνη < ἔμπιστος < στη, τυφλή (1)
ἐν + πίστη] 2. (πολιτ.) το να εκφράζει το
κοινοβούλιο με ψηφοφορία
την υποστήριξη προς την
κυβέρνηση: ►Η κυβέρνηση
πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από
το κοινοβούλιο.
ενδιαφέρον (το) η ξεχωριστή φροντίδα κά- Αντίθ.: αδιαφορία (1)
(Ουσιαστικό, Ο45) ποιου για κάποιον ή για Συνών: μέριμνα (1)
(εν-δι-α-φέ-ρον, κάτι: ►Η πολιτεία δείχνει ιδι- Οικογ. Λέξ.: ενδιαφέρω, ενδια-
γεν. -οντος πληθ. αίτερο ενδιαφέρον για την τρίτη φερόμενος, ενδιαφέρων, -ουσα,
-οντα, γεν. -όντων) ηλικία. -ον
[λόγ. ἐνδιαφέρον < 2. αυτό που κινεί ιδιαίτερα Φράσεις: ►Είναι σε ενδιαφέ-
γαλλ. interet] ρουσα κατάσταση (= είναι έγκυ-
την προσοχή: ►Το τελευταίο ος)
βιβλίο του προκάλεσε μεγάλο
ενδιαφέρον.
έννοια και έν- Α. σημασία, ερμηνεία, νό- Α.
νοια, έγνοια (η) ημα: ►Ο Νίκος κατανόησε τις Συνών.: περιεχόμενο
(Ουσιαστικό, Ο20) βασικές έννοιες που διδάχτηκε Οικογ. Λέξ.: εννοώ
(Α. έν-νοι-α) στο μάθημα της Φυσικής. Προσδιορ.: αλληγορική, αφη-
(Β. έν-νοια) Β. 1. ανησυχία: ►Τα λόγια του ρημένη, μεταφορική, κυριολε-
[αρχ. ἔννοια < ἐν + μ’ έβαλαν σε μεγάλη έννοια. κτική
νοῦς] 2. φροντίδα, ενδιαφέρον: Β.
[μεσν. ἔννοια < Συνών.: περισυλλογή (1), μέρι-
αρχ. ἔννοια] μνα (2)
67
10-0102-16,5X23,5.indd 67 19/11/2015 2:09:24 µµ

