Page 69 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 69

έντομο

                                    ►Η γιαγιά έχει την έγνοια  του  Οικογ. Λέξ.: νοιάζομαι,  με
                                    μικρού  μου  αδερφού,  όταν  λεί-  νοιάζει
                                    πουν οι γονείς μας.         Προσδιορ.:  καθημερινή,  μονα-
                                    3. (με τις προσωπικές αντω-  δική,  οικογενειακή,  βασανιστι-
                                    νυμίες  σου,  σας,  του,  τους)   κή (1, 2)
                                    α.  καθησυχαστικά:  ►Έννοια
                                    σου, θα το τακτοποιήσω εγώ το
                                    θέμα.
                                    β.  απειλητικά:  ►Έννοια  του,
                                    και θα του δείξω εγώ.
                    έντομο (το)     μικρό  σε  μέγεθος  ζώο,  συ-  Συνών: ζουζούνι, ζωύφιο
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  νήθως  φτερωτό,  που  το   Σύνθ:  εντομοκτόνο,  εντομολό-
                  (έ-ντο-μο)        σώμα του διαιρείται σε τρία   γος
                  [αρχ. ἔντομον <   μέρη και έχει τρία ζευγάρια   Προσδιορ.:  επικίνδυνο, μικρο-
                  ἐντομὴ < ἐν + τομὴ   πόδια:  ►Οι  πεταλούδες  και   σκοπικό,  ωφέλιμο
                  < ἐν + τέμνω]     οι  μέλισσες  είναι  πολύ  γνωστά
                                    έντομα.
                   εντύπωση (η)     1.  ό,τι  μας  συγκινεί  βαθιά   Συνών.:  ιδέα (2)
                  (Ουσιαστικό, Ο28)  και  μένει  χαραγμένο  στη  Οικογ.   Λέξ.:   εντυπωσιάζω,
                  (ε-ντύ-πω-ση, γεν.   μνήμη  μας:  ►Το  ταξίδι  στα   εντυπωσιακός, εντυπωσιασμός
                  -ης, -ώσεως, πληθ.  νησιά του Αιγαίου προκάλεσε σε   Προσδιορ.:  ευχάριστη,  οδυνη-
                   -ώσεις)          όλους ζωηρή εντύπωση.       ρή,  άριστη (1, 2)
                  [μτγν. ἐντύπωσις  <
                  ἐντυπῶ]           2. η γνώμη που σχηματίζου-
                                    με για κάποιον ή για κάτι:
                                    ►Μας έδωσε την εντύπωση ότι
                                    έλεγε την αλήθεια.
                      εξετάζω       1. (μτβ.) παρατηρώ κάτι με  Συνών.:  διερευνώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ4)    προσοχή,  για  να  το  γνωρί-  Σύνθ.: επανεξετάζω, καλοεξετά-
                  (ενεστ. ε-ξε-τά-ζω,   σω ή να το καταλάβω καλύ-  ζω
                  αόρ. εξέτασα, παθ.   τερα: ►Ο αρχαιολόγος εξέτασε   Οικογ. Λέξ.: εξέταση, εξεταστής,
                  αόρ. εξετάστηκα,   με προσοχή το άγαλμα που βρέ-  εξεταστέος,  εξεταστικός,  εξετα-
                  παθ. μτχ. εξετασμέ-  θηκε στην ανασκαφή.      στικά (τα)
                  νος)
                  [αρχ. ἐξετάζω < ἐκ   2. (μτβ.) κάνω ερωτήσεις σε
                  +  ἐτάζω  (=  ελέγχω   κατηγορούμενο ή μάρτυρα,
                  λεπτομερώς)]      ανακρίνω:
                                    ►Ο ανακριτής εξέτασε τον μάρ-
                                    τυρα για πολλή ώρα.
                                    3. (μτβ.) ελέγχω τις γνώσεις
                                    και τις ικανότητες κάποιου:
                                    ►Ο καθηγητής εξέτασε προφο-
                                    ρικά τους φοιτητές του.





                                                     68





       10-0102-16,5X23,5.indd   68                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   64   65   66   67   68   69   70   71   72   73   74