Page 70 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 70

έπαλξη

                  έξοδος (η)     1.  μετακίνηση  από  μέσα  Αντίθ.: είσοδος (1)
                (Ουσιαστικό, Ο28)  προς τα έξω:  ►Η έξοδος των   Σύνθ.: διέξοδος, αδιέξοδος
               (έ-ξο-δος, γεν.   φιλάθλων  από  το  γήπεδο  έγινε   Οικογ. Λέξ.: έξοδο (το)
               -όδου, πληθ. -οι)  με απόλυτη τάξη.           Προσδιορ.: αιφνιδιαστική, ανα-
               [αρχ. ἔξοδος < ἐκ  +   2.  απομάκρυνση  από  μια   γκαστική, ομαδική (1, 2, 3), μυ-
               ὁδὸς]             υπηρεσία: ►Η έξοδος από την   στική (1, 3)
                                 υπηρεσία είναι δυνατόν  να γίνει    Φράσεις:   ►Η  έξοδος  του
                                                             Μεσολογγίου  (=  η  εξόρμη-
                                 και λόγω ορίου ηλικίας.     ση  των  πολιορκημένων  του
                                 3. η μαζική αναχώρηση από   Μεσολογγίου  στις  10  Απριλίου
                                 έναν  τόπο  ή  χώρο  για  λό-  1826)
                                 γους  αναψυχής:  ►Η  έξοδος
                                 των κατοίκων της πρωτεύουσας
                                 για το εορταστικό τριήμερο ήταν
                                 μεγάλη.
                   εξοφλώ        (μτβ.)   πληρώνω    χρέος:  Συνών.:  αποπληρώνω,  ξεπλη-
                  (Ρήμα, Ρ6)     ►Εξόφλησε το χρέος του με δό-  ρώνω
               (ενεστ. ε-ξο-φλώ,   σεις μέσα σε τρία χρόνια.   Οικογ. Λέξ.: εξόφληση, εξοφλη-
               αόρ. εξόφλησα, παθ.                           τικός
               αόρ. εξοφλήθηκα,
               παθ. μτχ. εξοφλημέ-
               νος)
               [μεσν. ἐξοφλῶ < ἐκ
               + ὀφλῶ (= ὀφείλω)]
                 εξπρές (το)     1.   γρήγορο   μεταφορικό
                 (Ουσιαστικό, - )  μέσο,  συνήθως  τρένο,  που
               (εξ-πρές)         κάνει  ελάχιστες  ή  καθόλου
               [λόγ.  <  γαλλ.  ex-  στάσεις:  ►Ταξιδέψαμε  με  την
               press]            εξπρές  αμαξοστοιχία  Αθηνών-
                                 Θεσσαλονίκης.
                                 2.  αποστολή  ταχυδρομι-
                                 κών  επιστολών  ή  δεμάτων
                                 με  τρόπο  ταχύτερο  από
                                 τον  συνηθισμένο:    ►Έστειλε
                                 ένα   γράμμα   εξπρές   στην
                                 κόρη  του  που  σπουδάζει  στην
                                 Αλεξανδρούπολη.

                  έπαλξη (η)     1.  το  πάνω  μέρος  των  τει-
                (Ουσιαστικό, Ο28)  χών   ενός   φρουρίου   ή
               (έ-παλ-ξη, γεν. -ης,   πύργου,  απ’  όπου  μάχο-
               -άλξεως, πληθ.    νταν  προστατευμένοι  οι
               -άλξεις)          πολεμιστές:   ►Πολλές  πό-
               [αρχ. ἔπαλξις]    λεις  περιβάλλονται  από  παλιά




                                                  69





       10-0102-16,5X23,5.indd   69                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   65   66   67   68   69   70   71   72   73   74   75