Page 71 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 71

επανάσταση


                                    κάστρα με επάλξεις.
                                    2.  (μτφ.)  για  κάθε  θέση  απ’
                                    όπου κάποιος αγωνίζεται:
                                    ►Βρίσκεται πάντα στις επάλξεις
                                    του  αγώνα  για  δικαιοσύνη  και
                                    ισότητα.

                  επανάσταση (η)    1. ομαδική εξέγερση για τη  Συνών.:  εξέγερση,  στάση,  κίνη-
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  βίαιη  ανατροπή  πολιτικού   μα (1)
                  (ε-πα-νά-στα-ση,   ή  κοινωνικού  καθεστώτος   Σύνθ.: αντεπανάσταση
                  γεν. -ης, -άσεως,   μιας  χώρας  ή  για  την  απε-  Οικογ. Λέξ.: επαναστατώ, επα-
                  πληθ. -άσεις)                                 ναστάτης, επαναστατικά (επίρρ.)
                  [αρχ. ἐπανάστασις   λευθέρωση  από  ξένο  κατα-  Προσδιορ.:    αιματηρή,  ειρηνι-
                  < ἐπανίστημι (=   κτητή:  ►Η  ελληνική  επανά-  κή, εργατική, ιστορική (1)
                  ξεσηκώνω)]        σταση  του  1821  υπήρξε  μεγά-
                                    λος  σταθμός    στην  πορεία  του
                                    έθνους.
                                    2. απότομη αλλαγή των δε-
                                    δομένων  στην  επιστήμη,
                                    την  τέχνη  κ.λπ.:  ►Η  επανά-
                                    σταση  στην  τεχνολογία  χαρα-
                                    κτηρίζει την εποχή μας.
                    επαρχία (η)     1.  διοικητική  περιφέρεια  Αντίθ.: πρωτεύουσα (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  του  κράτους  που  είναι  μι-  Συνών.:  περιφέρεια,  ύπαιθρος
                  (ε-παρ-χί-α)      κρότερη  από  τον  νομό:  ►Ο   (2)
                  [μτγν. ἐπαρχία <   Νομός  Ιωαννίνων  περιλαμβάνει   Οικογ. Λέξ.: έπαρχος, επαρχείο,
                  ἔπαρχος]          τις επαρχίες Δωδώνης, Κόνιτσας   επαρχιακός, επαρχιώτης
                                    και Μετσόβου.
                                    2.  κάθε  περιοχή  της  χώρας
                                    εκτός από την πρωτεύουσα:
                                    ►Πήρε μετάθεση από την πρω-
                                    τεύουσα στην επαρχία.


                  επεισόδιο  (το)   1. έντονο  περιστατικό, συμ-  Συνών.: καβγάς (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  βάν:  ►Ο  ιστορικός  κατέγραψε   Οικογ. Λέξ.: επεισοδιακός, επει-
                  (ε-πει-σό-δι-ο, γεν.  πολλά σημαντικά επεισόδια από   σοδιακά (επίρρ.)
                   -ίου, πληθ. -α)  την ελληνική επανάσταση.    Προσδιορ.:  απρόοπτο,  διπλω-
                  [αρχ.  ἐπεισόδιον  <                          ματικό, θερμό, πολιτικό, οδυνη-
                  ἐπὶ + εἴσοδος]    2. απρόοπτη φιλονικία, λο-  ρό (1, 2), ιστορικό (1)
                                    γομαχία:  ►Είχαμε ένα έντονο
                                    επεισόδιο  στην  αίθουσα  του  δι-
                                    καστηρίου.






                                                     70





       10-0102-16,5X23,5.indd   70                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   66   67   68   69   70   71   72   73   74   75   76