Page 72 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 72

επίθεση

                                 3.  καθένα  από  τα  αυτοτελή
                                 ή  συνεχιζόμενα  μέρη  ενός
                                 έργου  (λογοτεχνικού,  τηλε-
                                 οπτικού κ.λπ.): ►Η τηλεοπτι-
                                 κή  σειρά  που  παρακολουθούμε
                                 αποτελείται  από  δέκα  αυτοτελή
                                 επεισόδια.

                  επιβάλλω       1. (μτβ.) αναγκάζω κάποιον  Συνών.: υποχρεώνω (1),  χρειά-
                    (Ρήμα)       να δεχτεί κάτι συνήθως δυ-  ζεται, ενδείκνυται (2)
               (ενεστ. ε-πι-βάλ-λω,   σάρεστο:  ►Στις  συζητήσεις   Οικογ. Λέξ.: επιβολή
               αόρ. επέβαλα, παθ.   που γίνονται επιβάλλει πάντοτε
               αόρ. επιβλήθηκα,
               παθ. μτχ. επιβεβλη-  τη δική του γνώμη.
               μένος)            2.  (αμτβ.)  (απρόσ.,  μέσ.)  εί-
               [αρχ. ἐπιβάλλω    ναι αναγκαίο, πρέπει να …:
               < ἐπὶ + βάλλω (=   ►Μετά από ένα τόσο κοπιαστικό
               ρίχνω, πέφτω επά-  ταξίδι  επιβάλλεται  να  ξεκουρα-
               νω)]              στούμε.

                 επιβραβεύω      (αμτβ.)  αναγνωρίζω  την  Συνών.:  βραβεύω,  ανταμείβω,
                   (Ρήμα, Ρ2)    αξία κάποιου και τον αντα-  επιδοκιμάζω
               (ενεστ.   ε-πι-βρα-  μείβω  με  υλική  ή  ηθική   Οικογ. Λέξ.: επιβράβευση
               βεύ-ω,  αόρ.  επιβρά-  αμοιβή:  ►Για το σπουδαίο λο-
               βευσα, παθ. αόρ. επι-
               βραβεύτηκα,   παθ.   γοτεχνικό  του  έργο  επιβραβεύ-
               μτχ.  επιβραβευμέ-  τηκε από την Εταιρεία Ελλήνων
               νος)              Λογοτεχνών.
               [μεσν. ἐπιβρα-
               βεύω]
                επιδρομή (η)     ξαφνική επίθεση ή εισβολή  Συνών.: επίθεση
               (Ουσιαστικό, Ο24)  σε ξένη χώρα: ►Εναντίον της   Οικογ. Λέξ.: επιδρομέας
               (ε-πι-δρο-μή)     Βυζαντινής  αυτοκρατορίας  έγι-  Προσδιορ.:  εχθρική,  μαζική,
               [αρχ.  ἐπιδρομὴ  <   ναν  πολλές  επιδρομές  από  άλ-  αιφνίδια
               ἐπὶ + δρομὴ < δρό-  λους λαούς.               Φράσεις:  ►Επιδρομή  λύκων,
               μος]                                          ακρίδας κ.λπ. (= ομαδική εμφά-
                                                             νιση και καταστρεπτική δράση)

                 επίθεση (η)     εχθρική  κίνηση  εναντίον  Αντίθ.: άμυνα
                (Ουσιαστικό, Ο28)  κάποιου: ►Ο εχθρός πραγμα-  Συνών.: έφοδος, προσβολή, χτύ-
               (ε-πί-θε-ση, γεν.  τοποίησε  αεροπορική  επίθεση   πημα
                -ης, -έσεως, πληθ.  εναντίον της γειτονικής χώρας.   Σύνθ.: αντεπίθεση
                -έσεις)                                      Οικογ. Λέξ.: επιθετικός, επιθετι-
               [αρχ. ἐπίθεσις <                              κότητα
               ἐπιτίθημι]                                    Προσδιορ.: αιφνιδιαστική,  με-
                                                             τωπική, συκοφαντική



                                                  71





       10-0102-16,5X23,5.indd   71                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   67   68   69   70   71   72   73   74   75   76   77