Page 73 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 73
επιθυμώ
επιθυμώ 1. θέλω: ►Επιθυμώ να κάνω Συνών.: λαχταρώ, ποθώ (1)
(Ρήμα, Ρ6) ένα μεγάλο ταξίδι. Οικογ. Λέξ.: επιθυμία, επιθυμη-
(ενεστ. ε-πι-θυ-μώ, 2. εύχομαι, νοσταλγώ: τός
αόρ. επιθύμησα) ►Το ίδιο επιθυμώ και για εσάς.
[αρχ. ἐπιθυμῶ <
ἐπὶ + θυμὸς] ►Είχαμε καιρό να σας δούμε και
σας επιθυμήσαμε.
επικοινωνία (η) το να έρχεται κανείς σε Οικογ. Λέξ.: επικοινωνώ
(Ουσιαστικό, Ο19) επαφή με κάποιον άλλον, Προσδιορ.: δορυφορική, τηλε-
(ε-πι-κοι-νω-νί-α) ανταλλάσσοντας μηνύματα φωνική
[λόγ. < αρχ. ἐπι- και πληροφορίες:
κοινωνία < ἐπικοι- ►Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
νωνῶ]
συμβάλλει στην ταχύτερη επι-
κοινωνία.
επιμελής, -ής, εργατικός, μελετηρός, προ- Αντίθ.: αμελής
-ές κομμένος: ►Είναι πάντοτε Συνών.: φιλομαθής, φιλόπονος
Οικογ. Λέξ.: επιμελώς (επίρρ.),
(Επίθετο, Ε9, έμψυχα) υπεύθυνος και επιμελής μαθη- επιμέλεια, επιμελούμαι, επιμε-
(ε-πι-με-λής, γεν. τής. λητής, επιμελητήριο
-ούς, -ούς, -ούς, Προσδιοριζ.: μαθητής, φοιτη-
πληθ. -είς, -είς, -ή) τής
[αρχ. ἐπιμελὴς <
ἐπιμελοῦμαι]
επιμονή (η) 1. το να εξακολουθεί να επι- Συνών.: εμμονή (1)
(Ουσιαστικό, Ο24) διώκει και να υποστηρίζει Οικογ. Λέξ.: επιμένω, επίμονος,
(ε-πι-μο-νή, γεν. κανείς κάτι, παρά τις δυ- επίμονα (επίρρ.)
-ής, πληθ. - ) σκολίες που αντιμετωπίζει: Προσδιορ.: αδικαιολόγητη, έ-
[αρχ. ἐπιμονὴ < ►Με την υπομονή και την επι- ντονη
ἐπιμένω]
μονή μπορεί κάποιος να επιτύχει
πολλά.
2. το πείσμα: ►Είναι ενοχλη-
τική η επιμονή του να γίνεται
πάντοτε το δικό του.
επίπεδο (το) 1. (μαθημ.) κάθε επιφάνεια Προσδιορ.: βιοτικό, κοινωνικό,
(Ουσιαστικό, Ο34) στην οποία όλα τα σημεία, πολιτιστικό, διανοητικό (1), πα-
(ε-πί-πε-δο, γεν. αν ενωθούν ανά δύο, σχη- ράλληλο (2)
-έδου, πληθ. -α) ματίζουν ευθείες γραμμές, Φράσεις: ►Κεκλιμένο επίπεδο
[αρχ. ἐπίπεδον, που βρίσκονται πάνω στην (= μηχανή που χρησιμεύει για
ουδ. επιθ. ἐπίπεδος επιφάνεια: ►Η ευθεία γραμμή την ανύψωση βαρών)
< ἐπὶ + πέδον (=
έδαφος)] εφαρμόζει απόλυτα σε κάθε επί-
πεδο.
72
10-0102-16,5X23,5.indd 72 19/11/2015 2:09:24 µµ

