Page 74 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 74

έρευνα

                                 2.  βαθμίδα  πνευματικής  ή
                                 κοινωνικής    κατάστασης:
                                 ►Το  επίπεδο  της  τάξης  στα
                                 Μαθηματικά είναι πολύ υψηλό.

                 επισημαίνω      1.  (μτβ.)  δίνω  έμφαση  σε  Συνών.:  υπογραμμίζω,  τονίζω
                    (Ρήμα)       κάτι που θεωρώ σημαντικό:  (1), διακρίνω (2)
               (ενεστ.  ε-πι-ση-μαί-  ►Ο  γεωπόνος  επισήμανε  τους   Οικογ. Λέξ.: επισήμανση
               νω, αόρ. επισήμανα,   κινδύνους από την ανεξέλεγκτη
               παθ.  αόρ.  επισημάν-  χρήση των φυτοφαρμάκων.
               θηκα,  παθ.  μτχ.  επι-
               σημασμένος)       2. (μτβ.) (μτφ.) εντοπίζω κά-
               [αρχ. ἐπισημαίνω <   ποιον ή κάτι, διαπιστώνω:
               ἐπὶ + σημαίνω]    ►Επισημαίνω  τα  λάθη  που
                                 έγιναν  στις  ασκήσεις  των
                                 Μαθηματικών.


                 επιστήμη (η)    1.  οι  γνώσεις  που  έχουν  Σύνθ.: επιστημολογία
               (Ουσιαστικό, Ο25)  ανακαλυφθεί με έρευνα και   Οικογ.  Λέξ.:  επιστήμονας,  επι-
               (ε-πι-στή-μη, γεν.  μελέτη  και  είναι  οργανω-  στημονικός, επιστημοσύνη
                -ης, πληθ. -ες)  μένες σε τομείς: ►Η πρόοδος   Προσδιορ.: θεωρητική, εφαρμο-
               [αρχ.  ἐπιστήμη  <   της  επιστήμης  είναι  καταπλη-  σμένη, πολιτική, οικονομική (1,
               ἐπίσταμαι]        κτική τα τελευταία χρόνια.  2)
                                 2. κάθε τομέας γνώσεων:
                                 ►Η  επιστήμη  της  Φυσικής
                                 χρησιμοποιεί  τη  θεωρία  και  το
                                 πείραμα.


                επιχείρηση (η)   1.  η  ομαδική  προσπάθεια  Συνών.: απόπειρα (1)
               (Ουσιαστικό, Ο28)  για  την  πραγματοποίηση   Σύνθ.: επιχειρηματολογία
               (ε-πι-χεί-ρη-ση, γεν.  ενός  σκοπού:  ►Στήθηκε  με-  Οικογ. Λέξ.: επιχειρώ, επιχείρη-
                -ης, -ήσεως, πληθ.  γάλη  επιχείρηση,  για  να  βρε-  μα, επιχειρηματίας, επιχειρημα-
                -ήσεις, γεν. -ήσεων)  θούν οι αγνοούμενοι.   τικός, επιχειρηματικότητα
               [αρχ. ἐπιχείρησις <   2.  οικονομική  μονάδα  με   Προσδιορ.:  επικίνδυνη  (1),  δη-
               ἐπιχειρῶ]                                     μόσια (1, 2), ιδιωτική, εμπορική,
                                 σκοπό  το  κέρδος:  ►Άνοιξαν   τουριστική (2)
                                 οικογενειακή  επιχείρηση  με
                                 έτοιμα ενδύματα.

                  έρευνα (η)     η συστηματική προσπάθεια  Συνών.:  εξερεύνηση,  εξέταση,
                (Ουσιαστικό, Ο20)  που  γίνεται  με  σκοπό  να   αναζήτηση
               (έ-ρευ-να)        βρεθεί, να ανακαλυφθεί και   Οικογ. Λέξ.: ερευνώ, ερευνητής,
               [αρχ.   ἔρευνα   <   να ερμηνευθεί κάτι, αναζή-  ερευνητικός
               ἐρευνῶ]           τηση, ψάξιμο:




                                                  73





       10-0102-16,5X23,5.indd   73                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   69   70   71   72   73   74   75   76   77   78   79