Page 75 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 75

έρχομαι

                                    ►Οι  αρχαιολογικές  έρευνες  Προσδιορ.: άκαρπη,  δειγματο-
                                    έφεραν στο φως αμύθητους θη-  ληπτική, στατιστική, εξονυχιστι-
                                    σαυρούς.                    κή,  δημοσιογραφική, επιστημο-
                                                                νική

                      έρχομαι       1.  (αμτβ.)  φτάνω:  ►Μόλις   Αντίθ.: φεύγω (1, 2, 3)
                       (Ρήμα)       ήρθε από το ταξίδι.         Συνών.: επανέρχομαι (3), κατα-
                  (ενεστ. έρ-χο-μαι,   2. (αμτβ.) πλησιάζω κάποιον   τάσσομαι (5)
                  παρατ. ερχόμουν,   ή  κάπου:  ►Η  βροχή  έρχεται   Σύνθ.:  απέρχομαι,  συνέρχομαι,
                  αόρ. ήρθα και ήλθα)  προς την περιοχή μας.    προσέρχομαι,  διέρχομαι,  περι-
                  [αρχ. ἔρχομαι]                                έρχομαι, εισέρχομαι, ανέρχομαι
                                    3.  (αμτβ.)  επιστρέφω,  γυρί-  Οικογ. Λέξ.: ερχομός
                                    ζω  πίσω:  ►Έρχεται  καθημε-  Φράσεις:  ►Έρχομαι στα χέρια
                                    ρινά στις  τέσσερις  το απόγευμα   (= συμπλέκομαι) ►Μου έρχεται
                                    από τη δουλειά του.         γάντι (= μου ταιριάζει απόλυτα)
                                    4.  (αμτβ.)  πηγαίνω  κάπου
                                    τακτικά, συχνάζω: ►Έρχεται
                                    πολύ συχνά στη βιβλιοθήκη.
                                    5.  (αμτβ.)  (μτφ.)  καταλαμ-
                                    βάνω ορισμένη θέση, σειρά:
                                    ►Ήρθε πρώτος στον διαγωνισμό
                                    της Μαθηματικής Εταιρείας.
                     εστία (η)      1. το σπίτι, ο τόπος δια-μο-  Συνών.:    κατοικία  (1),    επίκε-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  νής: ►Όσο καιρό βρισκόταν στο   ντρο, κοιτίδα (3)
                  (ε-στί-α)         εξωτερικό,  αναπολούσε την πα-  Σύνθ.: παρέστιος (= που ζει στο
                  [αρχ. ἑστία (= βω-  τρική εστία.              ίδιο σπίτι)
                  μός, τζάκι)]      2.  (φυσ.)  το  σημείο  στο   Οικογ. Λέξ.: εστιάζω, εστιακός
                                    οποίο  συγκεντρώνονται  οι   Προσδιορ.:  εθνική,  εργατική
                                                                (3),   πατρική (1)
                                    ακτίνες  φωτεινής  δέσμης   Φράσεις:  ►Υπέρ  βωμών  και
                                    που  περνούν  από  φακό  ή   εστιών  (=  για  την  προάσπιση
                                    αντανακλώνται  από  κοί-    της  εθνικής  ανεξαρτησίας  και
                                    λα  ή  κυρτά    κάτοπτρα:  ελευθερίας)  ►Εστία (= θεά των
                                    ►Προσπαθεί  να  ανάψει  φωτιά  αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων,
                                    με  την  εστία  των  ακτίνων  του   προστάτιδα  της  οικίας  και  της
                                    ήλιου.                      οικογένειας)
                                    3. (μτφ.) το σημείο όπου εκ-
                                    δηλώνεται κάτι και αρχίζει
                                    να  απλώνεται  παντού:  ►Η
                                    αρχαία Αθήνα ήταν η εστία του
                                    κλασικού πολιτισμού.










                                                     74





       10-0102-16,5X23,5.indd   74                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   70   71   72   73   74   75   76   77   78   79   80