Page 76 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 76

εφεύρεση

                 εταιρεία (η)    1. οργανωμένη ομάδα προ-    Συνών.:    σύνδεσμος,  ένωση,
                (Ουσιαστικό, Ο19)  σώπων  με  κοινούς  και  συ-  σύλλογος, σωματείο (1)
               (ε-ται-ρεί-α)     γκεκριμένους  στόχους:  Η   Οικογ. Λέξ.: εταίρος, εταιρικός
               [λόγ.  <    αρχ.  ἑται-  Αρχαιολογική  Εταιρεία  ασχο-  Προσδιορ.: μαθηματική, καρδι-
               ρεία  (=  αδελφότη-  λείται με την προστασία και την   ολογική (1), αεροπορική, ασφα-
               τα,  πολιτική  ένω-  ανάδειξη των αρχαιοτήτων.  λιστική,  διαφημιστική,  εμπο-
               ση)]              2.   νόμιμα   οργανωμένη    ρική,  πολυεθνική,  ανώνυμη,
                                                             ομόρρυθμη (2)
                                 οικονομική     επιχείρηση:   Φράσεις:  ►Φιλική  Εταιρεία  (=
                                 ►Εργάζεται  σε  μια  μεγάλη  πο-  μυστική  οργάνωση  που  προε-
                                 λυεθνική εταιρεία που κατασκευ-  τοίμασε  την  επανάσταση  του
                                 άζει υπολογιστές.           1821)




                εύθυμος, -η, -ο  1. αυτός που έχει καλή διά-  Αντίθ.:  δύσθυμος,  σκυθρωπός
               (Επίθετο, Ε2, έμψυ-  θεση, χαρούμενος:        (1)
               χα και άψυχα )    ►Αποτελούν  μια  εύθυμη  και   Συνών.:  ευδιάθετος,  χαρωπός,
               (εύ-θυ-μος)       ευχάριστη παρέα.            κεφάτος (1), φαιδρός (2)
               [αρχ. εὔθυμος < εὐ  2. αστείος, κωμικός:      Σύνθ.: ευθυμογράφημα
               + θυμὸς (= καρδιά)]  ►Ο  πρωταγωνιστής  του  θεα-  Οικογ.  Λέξ.:  ευθυμώ,  εύθυμα
                                                             (επίρρ.),  ευθυμία,  Ευθύμιος,  Ευ-
                                 τρικού έργου είχε έναν εύθυμο   θυμία
                                 ρόλο.                       Προσδιοριζ.:  διάθεση,  σκοπός
                                                             (1), ιστορία, τραγούδι (1, 2)




               εύκρατος, -η, -ο  (γεωγρ.)  κλίμα που  χαρα-  Συνών.: ήπιος, μαλακός
               (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  κτηρίζεται  από    θερμοκρα-  Οικογ. Λέξ.: ευκρασία (= η ηπι-
               (εύ-κρα-τος)      σία που δεν είναι ούτε πολύ   ότητα του κλίματος)
               [αρχ. εὔκρατος <   ψυχρή ούτε πολύ θερμή: ►Η   Προσδιοριζ.: κλίμα
               εὖ + κράτος < κε-  ελιά ευδοκιμεί σε εύκρατο κλίμα.  Φράσεις.: ►Εύκρατη ζώνη (= η
               ράννυμι (= αναμει-                            ζώνη που περιλαμβάνεται μετα-
               γνύω)]                                        ξύ  του  πολικού  και  του  τροπι-
                                                             κού κύκλου)

                εφεύρεση (η)     1.  επινόηση  ενός  καινούρ-  Συνών.: ευρεσιτεχνία (1)
                (Ουσιαστικό, Ο28)  γιου  οργάνου  ή  μηχανή-  Οικογ.  Λέξ.:  εφευρίσκω,  εφευ-
               (ε-φεύ-ρε-ση, γεν.  ματος,  μιας  νέας  μεθόδου   ρέτης, εφευρετικός
                -ης, -έσεως, πληθ.  κ.λπ.: ►Η εφεύρεση της τυπο-  Προσδιορ.:  σημαντική,  χρήσι-
                -έσεις, γεν. -έσεων)  γραφίας άλλαξε τη ζωή του αν-  μη, πρωτότυπη (1)
               [λόγ. < ελνστ.    θρώπου.
               ἐφεύρεσις <
               ἐφευ-ρίσκω]       2. το ίδιο το νέο δημιούργη-
                                 μα: ►Το τηλέφωνο είναι εφεύ-
                                 ρεση του Γκράχαμ Μπελ.




                                                  75





       10-0102-16,5X23,5.indd   75                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   71   72   73   74   75   76   77   78   79   80   81