Page 77 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 77

εχθρός


                     εχθρός (ο)     1. αυτός που μισεί κάποιον  Αντίθ.: φίλος (1), σύμμαχος (2)
                  (Ουσιαστικό, Ο13)  και  θέλει  το  κακό  του:   Συνών.:  αντίπαλος,  ανταγωνι-
                  (εχ-θρός)         ►Ούτε  και  στον  εχθρό  μου  δε    στής (1), πολέμιος (2)
                  [αρχ. ἐχθρὸς]     θα ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο.  Σύνθ.: εχθροπραξία
                                    2.  αντίπαλος  στον  πόλεμο:   Οικογ. Λέξ.: εχθρεύομαι, εχθρι-
                                                                κός, εχθρικά (επίρρ.), εχθρότητα
                                    ►Ο εχθρός έκανε αιφνιδιαστική  Προσδιορ.: ανίκητος (2), θανά-
                                    επίθεση.                    σιμος,  προαιώνιος,  ύπουλος  (1,
                                                                2)























































                                                     76





       10-0102-16,5X23,5.indd   76                                                   19/11/2015   2:09:24 µµ
   72   73   74   75   76   77   78   79   80   81   82