Page 78 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 78
ζενίθ (το) 1. το νοητό σημείο του ου- Αντίθ.: ναδίρ (1, 2)
(Ουσιαστικό, άκλ.) ρανού που βρίσκεται πάνω Συνών.: αποκορύφωμα (2)
(ζε-νίθ) από το κεφάλι του παρατη-
[λόγ. < γαλλ. ρητή: ►Ο ήλιος βρίσκεται στο
zenith] ζενίθ της διαδρομής του.
2. (μτφ.) το ανώτατο σημείο
μιας εξέλιξης, το μεσουρά-
ο
νημα: ►Τον 5 π.Χ.αιώνα ο
πολιτισμός της Αθήνας βρέθηκε
στο ζενίθ της ακμής του
ζεστός -ή, -ό 1. αυτός που έχει υψηλή Αντίθ.: κρύος, δροσερός, παγω-
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα θερμοκρασία: ►Το καλοκαί- μένος (1), ψυχρός (2)
και άψυχα) ρι είναι η πιο ζεστή εποχή του Συνών.: θερμός (1, 2)
(ζε-στός) έτους. Προσδιοριζ.: άνθρωπος, ατμό-
[ελνστ. ζεστὸς < 2. (μτφ.) αυτός που δημι- σφαιρα (2)
αρχ. ζέω (= βρά- ουργεί φιλική και εγκάρδια Φράσεις: ►Ζεστό χρήμα (=
ζω)] το χρήμα που παίρνει κανείς
ατμόσφαιρα: ►Είναι ένας ζε- αμέσως και χωρίς κρατήσεις)
στός άνθρωπος, που σε κάνει να ►Παίρνω κάτι στα ζεστά (=
νιώθεις ευχάριστα. ασχολούμαι με μεγάλη όρεξη)
ζήλια (η) το δυσάρεστο συναίσθη- Συνών.: φθόνος, ζηλοτυπία, ζη-
(Ουσιαστικό, Ο19) μα που νιώθει κάποιος για λοφθονία
(ζή-λια, γεν. -ας, κάτι που έχουν οι άλλοι και Σύνθ.: ζηλοφθονώ
πληθ. -ες, γεν. - ) στερείται ο ίδιος: ►Τον τρώει Οικογ. Λέξ.: ζηλεύω, ζηλευτός,
[μεσν. ζήλια < συνέχεια η ζήλια για την προ- ζηλευτά (επίρρ.), ζηλιάρης
ζηλῶ] Προσδιορ.: ακατανόητη, ανυ-
κοπή του γείτονά του. πόφορη
77
10-0102-16,5X23,5.indd 77 19/11/2015 2:09:25 µµ

