Page 79 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 79

ζημιώνω

                     ζημιώνω        1.  (μτβ.)  προκαλώ  σε  κά-  Αντίθ.: κερδίζω
                      (Ρήμα, Ρ1)    ποιον  κυρίως  οικονομική    Συνών.: βλάπτω
                  (ενεστ.  ζη-μι-ώ-νω,  βλάβη:  ►Τα υπερβολικά έξοδα   Σύνθ.: αποζημιώνω
                  αόρ.  ζημίωσα,  παθ.   ζημίωσαν την επιχείρηση.  Οικογ. Λέξ.: ζημιά
                  αόρ. ζημιώθηκα, παθ.
                  μτχ. ζημιωμένος)
                  [μεσν.  ζημιώνω  <
                  αρχ. ζημιῶ]
                       ζητώ         1.  (μτβ.)  ψάχνω  να  βρω  Συνών.: αναζητώ (1)
                      (Ρήμα, Ρ5)    κάτι,  γυρεύω:  ►Ζητούσε  να   Σύνθ.:  αναζητώ,  επιζητώ,  απο-
                  (ενεστ.  ζη-τώ,  αόρ.  βρει τη διεύθυνση κατοικίας που   ζητώ, συζητώ
                  ζήτησα, παθ. αόρ. ζη-  διέμενε ο φίλος του.   Οικογ.  Λέξ.:  ζήτημα,  ζήτηση,
                  τήθηκα)           2.  (μτβ.)    απαιτώ,  έχω  την   ζητιάνος
                  [αρχ. ζητῶ]       αξίωση  να  πάρω  κάτι  από   Φράσεις:  ►Ζητώ  το  χέρι  (=
                                    κάποιον:  ►Ζητώ  να  μου  δώ-  ζητώ  να  παντρευτώ  κάποια)
                                                                ►Το ζητούμενο (= το αντικείμε-
                                    σεις αυτά που μου οφείλεις.  νο έρευνας)
                      ζυγίζω        1. (μτβ.) βρίσκω με τη ζυγα-  Συνών.:  ζυγιάζω (1), κρίνω (2),
                      (Ρήμα, Ρ4)    ριά  το  βάρος  ενός  αντικει-  βαραίνω, επηρεάζω (3)
                  (ενεστ. ζυ-γί-ζω, αόρ.  μένου:  ►Περιμένω  να  ζυγίσω   Σύνθ.: καλοζυγίζω, ισοζυγίζω
                  ζύγισα, παθ. αόρ. ζυ-  τα μήλα που αγόρασα.   Οικογ.  Λέξ.:  ζύγιση,  ζύγισμα,
                  γίστηκα,  παθ.  μτχ.   2. (μτβ.) (μτφ.) εκτιμώ, υπο-  ζυγιστικά (τα)
                  ζυγισμένος)       λογίζω  την  αξία  κάποιου:
                  [μεσν.  ζυγίζω  <
                  αρχ. ζυγὸς]       ►Τον ζύγισα καλά και κατάλαβα
                                    ότι  είναι  ένας  πολύ  ικανός  άν-
                                    θρωπος.
                                    3.  (αμτβ.)    είμαι υπολογίσι-
                                    μος:  ►Τα  λόγια    του  ζύγισαν
                                    πολύ στην τελική απόφαση.
                      ζωή (η)       1.  το  σύνολο  των  λειτουρ-  Αντίθ.: θάνατος
                   (Ουσιαστικό, Ο24)  γιών,  όπως  η  αναπνοή,  η   Συνών.: βίος (2), ζωτικότητα (3)
                  (ζω-ή)            αναπαραγωγή, η θρέψη κ.ά.,   Σύνθ.: ζωογόνος,  ζωοδότης, μα-
                  [αρχ. ζωὴ < ζῶ]   που  διαφοροποιούν  τα  έμ-  κροζωία
                                    βια  όντα  (ανθρώπους,  ζώα,   Οικογ. Λέξ.: ζωηρός, ζωηράδα,
                                                                ζωηρότητα, ζωηρεύω
                                    φυτά)  από  τα  άψυχα  αντι-  Προσδιορ.:  ειρηνική, ελεύθερη,
                                    κείμενα:  ►Η  αναπνοή  δείχνει   κοινωνική,  κοσμική,  νομαδική,
                                    ότι  ένας  οργανισμός  βρίσκεται  οικογενειακή,  πνευματική,  πο-
                                    στη ζωή.                    λιτική, σχολική (4)
                                    2. το χρονικό διάστημα από
                                    τη  γέννηση  ως  τον  θάνατο
                                    ενός ζωντανού οργανισμού:
                                    ►Πέρασε όλη του τη ζωή με πολ-
                                    λές στερήσεις.




                                                     78





       10-0102-16,5X23,5.indd   78                                                   19/11/2015   2:09:25 µµ
   74   75   76   77   78   79   80   81   82   83   84