Page 80 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 80

ζωηρός

 ζημιώνω  1.  (μτβ.)  προκαλώ  σε  κά-  Αντίθ.: κερδίζω  3.  η  ζωντάνια,  η  ενεργητι-  ►Ζωή  σε  λόγου  σας  /  σε  σας
 (Ρήμα, Ρ1)  ποιον  κυρίως  οικονομική    Συνών.: βλάπτω   κότητα: ►Οι νέοι άνθρωποι εί-  (=  συλλυπητήρια  ευχή  σε  συγ-
 (ενεστ.  ζη-μι-ώ-νω,  βλάβη:  ►Τα υπερβολικά έξοδα   Σύνθ.: αποζημιώνω  ναι γεμάτοι ζωή και ανησυχίες.  γενείς  νεκρού)  ►Ζωή  και  κότα
 αόρ.  ζημίωσα,  παθ.   ζημίωσαν την επιχείρηση.  Οικογ. Λέξ.: ζημιά  4. ο τρόπος και οι συνθήκες   (=  ξένοιαστη  ζωή)  ►Ζωή  χα-
 αόρ. ζημιώθηκα, παθ.            που ζει κάποιος: ►Η καθιστι-  ρισάμενη  (=  ευτυχισμένη  ζωή)
 μτχ. ζημιωμένος)                κή ζωή κάνει κακό στην υγεία.  ►Κάνω  τη ζωή κάποιου ποδή-
 [μεσν.  ζημιώνω  <                                          λατο  /  πατίνι  (=  ταλαιπωρώ,
 αρχ. ζημιῶ]                                                 βασανίζω)
 ζητώ  1.  (μτβ.)  ψάχνω  να  βρω  Συνών.: αναζητώ (1)  ζωηρός -ή, -ό  1. (για πρόσωπα) αυτός που  Αντίθ.:  ήσυχος,  φρόνιμος,  πει-
 (Ρήμα, Ρ5)  κάτι,  γυρεύω:  ►Ζητούσε  να   Σύνθ.:  αναζητώ,  επιζητώ,  απο-  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  έχει ζωντάνια, ο δραστήρι-  θαρχημένος (1)
 (ενεστ.  ζη-τώ,  αόρ.  βρει τη διεύθυνση κατοικίας που   ζητώ, συζητώ  και άψυχα)  ος, ο ενεργητικός, ο ανήσυ-  Συνών.:  απειθάρχητος,  ανυπά-
 ζήτησα, παθ. αόρ. ζη-  διέμενε ο φίλος του.   Οικογ.  Λέξ.:  ζήτημα,  ζήτηση,   (ζω-η-ρός)  χος: ►Πρόκειται για ένα ζωηρό   κουος (1)
 τήθηκα)  2.  (μτβ.)    απαιτώ,  έχω  την   ζητιάνος  [μεσν. ζωηρὸς <   και δραστήριο άτομο.  Σύνθ.: ζωηρόχρωμος
 [αρχ. ζητῶ]  αξίωση  να  πάρω  κάτι  από   Φράσεις:  ►Ζητώ  το  χέρι  (=   ζωὴ]  2.  (μτφ.)  (για  πράγματα)  έ-   Οικογ.  Λέξ.:  ζωή,  ζωηρότητα,
                                                             ζωηράδα, ζωηρεύω
 κάποιον:  ►Ζητώ  να  μου  δώ-  ζητώ  να  παντρευτώ  κάποια)   ντονος: ►Φοράει μια  μπλούζα   Προσδιοριζ: παιδί (1),  ενδιαφέ-
 ►Το ζητούμενο (= το αντικείμε-
 σεις αυτά που μου οφείλεις.  νο έρευνας)   με ζωηρά χρώματα.   ρον, χρώμα (2)
 ζυγίζω  1. (μτβ.) βρίσκω με τη ζυγα-  Συνών.:  ζυγιάζω (1), κρίνω (2),
 (Ρήμα, Ρ4)  ριά  το  βάρος  ενός  αντικει-  βαραίνω, επηρεάζω (3)
 (ενεστ. ζυ-γί-ζω, αόρ.  μένου:  ►Περιμένω  να  ζυγίσω   Σύνθ.: καλοζυγίζω, ισοζυγίζω
 ζύγισα, παθ. αόρ. ζυ-  τα μήλα που αγόρασα.  Οικογ.  Λέξ.:  ζύγιση,  ζύγισμα,
 γίστηκα,  παθ.  μτχ.   2. (μτβ.) (μτφ.) εκτιμώ, υπο-  ζυγιστικά (τα)
 ζυγισμένος)  λογίζω  την  αξία  κάποιου:
 [μεσν.  ζυγίζω  <
 αρχ. ζυγὸς]   ►Τον ζύγισα καλά και κατάλαβα
 ότι  είναι  ένας  πολύ  ικανός  άν-
 θρωπος.
 3.  (αμτβ.)    είμαι υπολογίσι-
 μος:  ►Τα  λόγια    του  ζύγισαν
 πολύ στην τελική απόφαση.
 ζωή (η)  1.  το  σύνολο  των  λειτουρ-  Αντίθ.: θάνατος
 (Ουσιαστικό, Ο24)  γιών,  όπως  η  αναπνοή,  η   Συνών.: βίος (2), ζωτικότητα (3)
 (ζω-ή)  αναπαραγωγή, η θρέψη κ.ά.,   Σύνθ.: ζωογόνος,  ζωοδότης, μα-
 [αρχ. ζωὴ < ζῶ]  που  διαφοροποιούν  τα  έμ-  κροζωία
 βια  όντα  (ανθρώπους,  ζώα,   Οικογ. Λέξ.: ζωηρός, ζωηράδα,
 ζωηρότητα, ζωηρεύω
 φυτά)  από  τα  άψυχα  αντι-  Προσδιορ.:  ειρηνική, ελεύθερη,
 κείμενα:  ►Η  αναπνοή  δείχνει   κοινωνική,  κοσμική,  νομαδική,
 ότι  ένας  οργανισμός  βρίσκεται  οικογενειακή,  πνευματική,  πο-
 στη ζωή.  λιτική, σχολική (4)
 2. το χρονικό διάστημα από
 τη  γέννηση  ως  τον  θάνατο
 ενός ζωντανού οργανισμού:
 ►Πέρασε όλη του τη ζωή με πολ-
 λές στερήσεις.




                                                  79





       10-0102-16,5X23,5.indd   79                                                   19/11/2015   2:09:25 µµ
   75   76   77   78   79   80   81   82   83   84   85