Page 81 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 81
ηγούμαι (μτβ.) είμαι επικεφαλής, δι- Αντίθ.: έπομαι, ακολουθώ
(Ρήμα, Ρ7) ευθύνω, διοικώ: ►Ο σημαιο- Συνών: προηγούμαι, προπορεύ-
(ενεστ. η-γού-μαι, φόρος ηγείται του τμήματος που ομαι
αόρ. ηγήθηκα) παρελαύνει. ►Ηγείται ενός μι- Σύνθ.: προηγούμαι, αφηγούμαι,
[αρχ. ἡγοῦμαι] κρού κόμματος στη Βουλή. εξηγούμαι
Οικογ. Λέξ.: ηγούμενος, ηγεμό-
νας, ηγεμονικός, ηγεσία, ηγέτης
ήθος (το) 1. ο τρόπος που ζει και συ- Συνών: συνήθειες, έθιμα (2)
(Ουσιαστικό, Ο37) μπεριφέρεται ο άνθρωπος, Σύνθ.: ηθοποιός, ηθογραφία,
(ή-θος, γεν. -ους, ο ατομικός χαρακτήρας ηθολογία
πληθ. -η, γεν. -ών) του: ►Είναι άτομο που ξεχωρί- Οικογ. Λέξ.: ηθικός, ηθικά
[αρχ. ἦθος (= χαρα- ζει για την εργατικότητα και το (επίρρ.), ηθική, ηθικό (το), ηθι-
κτήρας)] κότητα
ήθος του. Προσδιορ.: επιστημονικό, πολι-
2. (πληθ.) παραδοσιακοί κα- τικό (1), βάρβαρα (τα), αυστηρά
νόνες κοινωνικής συμπε- (τα), χαλαρά (τα) (2)
ριφοράς: ►Πολλά από τα ήθη
και έθιμα του ελληνικού λαού
έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία
Ελλάδα.
ηλεκτρισμός (ο) (φυσ.) η μορφή ενέργειας Σύνθ.: εξηλεκτρισμός
(Ουσιαστικό, Ο13) που οφείλεται σε ροή ηλε- Οικογ. Λέξ.: ήλεκτρο, ηλε-
(η-λεκ-τρι-σμός) κτρονίων και εκδηλώνεται κτρίζω, ηλεκτρικός, ηλεκτρό-
[αρχ. ἤλεκτρον] με φωτεινά, θερμικά, μηχα- διο
νικά ή μαγνητικά φαινόμε- Προσδιορ.: στατικός, ατμοσφαι-
ρικός, θετικός
να: ►Ο ηλεκτρισμός συμβάλλει
στη βιομηχανική ανάπτυξη μιας
περιοχής.
80
10-0102-16,5X23,5.indd 80 19/11/2015 2:09:25 µµ

