Page 82 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 82

ήρεμος

                  ηλικία (η)     1. το χρονικό διάστημα που  Οικογ.  Λέξ.:  ηλικιώνομαι,  ηλι-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  πέρασε  από  τη  στιγμή  που   κιωμένος
               (η-λι-κί-α, γεν.   γεννήθηκε  κάποιος  ως  τη   Προσδιορ.:    ώριμη,  παιδική,
               -ας, πληθ. -ες)   στιγμή  που  γίνεται  λόγος   εφηβική, νεανική, γεροντική (2)
               [αρχ. ἡλικία < ἧλιξ   γι’ αυτόν:  ►Η ηλικία της κό-  Φράσεις:  ►Στο  άνθος  της  ηλι-
               (= συνομίληκος)]  ρης του είναι δέκα ετών.    κίας (= στην περίοδο της νεότη-
                                 2.  οι  περίοδοι  ή  τα  στάδια   τας)
                                 της  ζωής  του  ανθρώπου:
                                 ►Η  σχολική  ηλικία  είναι  μια
                                 περίοδος της ζωής μας, που  θα
                                 μας μείνει  αξέχαστη.
                ήμερος -η, -ο    1. (για ζώα)  που είναι εξη-  Αντίθ.: άγριος (1, 2), ακαλλιέρ-
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  μερωμένα:  ►Ο  σκύλος  και  η   γητος (3)
               και άψυχα)        γάτα είναι ήμερα ζώα.       Συνών: κατοικίδιος (1), οργωμέ-
               (ή-με-ρος)        2.  (για  φυτά)  που  καλλιερ-  νος (3)
               [αρχ. ἥμερος]     γούνται  από  τον  άνθρωπο:   Σύνθ.: ανήμερος
                   Προσοχή!                                  Οικογ.  Λέξ.:  ημερώνω,  ημέρω-
               ►ήμερος (= εξημε-  ►Καλλιεργεί ήμερα μανιτάρια.  μα
               ρωμένος)          3. (για τόπο) που έχει δεχτεί   Παροιμ.:  ►Ήρθαν τ’ άγρια να
               ►ήρεμος (= ήσυ-   την  επέμβαση  του  ανθρώ-  διώξουν τα ήμερα
               χος)              που:  ►Προσπάθησε  πολύ,  για
                                 να κάνει αυτό τον τόπο ήμερο.
                 ήπειρος (η)     καθεμία από τις έξι μεγάλες  Συνών: στεριά, ξηρά
                (Ουσιαστικό, Ο29)  γεωγραφικές  περιφέρειες   Σύνθ.: ηπειρογένεση
               (ή-πει-ρος, γεν.   της γης:  ►Η Ασία είναι η με-  Οικογ. Λέξ.: ηπειρωτικός
               -είρου, πληθ. -οι)  γαλύτερη ήπειρος της γης.   Προσδιορ.:  αφρικανική,  ευ-
               [αρχ. ἤπειρος (=                              ρωπαϊκή,  ασιατική,  απέραντη,
               ξηρά γη)]                                     αχανής
                   Προσοχή!                                  Φράσεις: ►Μαύρη ήπειρος (= η
               ►ήπειρος (= έκτα-                             Αφρική) ►Γηραιά ήπειρος (= η
               ση γης)                                       Ευρώπη)
               ►Ήπειρος (=
               περιοχή της ΒΔ.
               Ελλάδας)

                ήρεμος -η, -ο    ακίνητος,  ατάραχος,  γαλή-  Αντίθ.: ταραγμένος
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  νιος:  ►Είναι  γενικά  ένας  ήρε-  Συνών:    ήσυχος,  πράος,  νηφά-
               και άψυχα)        μος  άνθρωπος  που  σπάνια  νευ-  λιος
               (ή-ρε-μος)        ριάζει.                     Οικογ.  Λέξ.:  ηρεμώ,  ήρεμα
               [μτγν. ἤρεμος <                               (επίρρ.), ηρεμία, ηρεμιστικός
                                                             Προσδιοριζ.:    θάλασσα,  πνεύ-
               αρχ. ἠρεμῶ]                                   μα, ύπνος, άνθρωπος,  χαρακτή-
                                                             ρας








                                                  81





       10-0102-16,5X23,5.indd   81                                                   19/11/2015   2:09:25 µµ
   77   78   79   80   81   82   83   84   85   86   87