Page 83 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 83

ήρωας

                     ήρωας (ο)      1. αυτός που ξεχωρίζει  για  Συνών:  πρωταγωνιστής (3)
                   (Ουσιαστικό, Ο3)  το θάρρος  και τις γενναίες   Οικογ.  Λέξ.:  ηρώο,  ηρωίδα,
                  (ή-ρω-ας, γεν. -α,   πράξεις του: ►Οι αγώνες  των   ηρωικός,  ηρωικά  (επίρρ.),  ηρωι-
                  πληθ. -ες, γεν. -ώων)   ηρώων    του  1821  προκάλεσαν   σμός
                  [αρχ. ἥρως]       τον  θαυμασμό  ολόκληρης  της   Προσδιορ.: εθνικός (1), αθάνα-
                                    Ευρώπης.                    τος (1, 2), κλασικός (3),  μυθικός,
                                                                αρχαίος,  ομηρικός  (2),  αφανής
                                    2.  μυθικό  ή  ιστορικό  πρό-  (1, 3), κεντρικός (1, 2, 3)
                                    σωπο    στην   αρχαιότητα
                                    που  ξεχώριζε  για  την  αρε-
                                    τή και την ανδρεία του: ►Ο
                                    Ηρακλής  ήταν  ένας  από  τους
                                    ήρωες της μυθολογίας.
                                    3.  το  κεντρικό  πρόσωπο
                                    σε    ένα  λογοτεχνικό,  θεα-
                                    τρικό  ή  κινηματογραφικό
                                    έργο:  ►Ο  Γιάννης  Αγιάννης
                                    είναι  ο  κεντρικός  ήρωας  στους
                                    «Αθλίους» του Ουγκώ.

                     ησυχία (η)     1. έλλειψη θορύβου ή φασα-  Αντίθ.: φασαρία (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  ρίας:  ►Όταν  άρχιζε το μάθη-  Συνών: σιωπή, σιγή (1)
                  (η-συ-χί-α, γεν.   μα, στην τάξη επικρατούσε από-  Σύνθ.: ανησυχία
                  -ας, πληθ. - )    λυτη ησυχία.                Οικογ.  Λέξ.:    ήσυχος,  ήσυχα
                  [αρχ. ἡσυχία < ἥσυ-  2.  ηρεμία,  γαλήνη:  ►Στο   (επίρρ.), ησυχάζω, ησυχαστήριο
                  χος]              χωριό του βρήκε επιτέλους την   Προσδιορ.: απόλυτη, λίγη (1, 2),
                                                                παράξενη, περίεργη, ύποπτη (1)
                                    ησυχία που ζητούσε.         Φράσεις: ►Ώρες κοινής ησυχί-
                                                                ας (= ώρες κατά τις οποίες  απα-
                                                                γορεύεται ο θόρυβος)




                      ήττα (η)      απώλεια μάχης ή οποιουδή-   Αντίθ.: νίκη
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  ποτε αγώνα, αποτυχία:  ►Η   Συνών.: αποτυχία
                  (ήτ-τα, γεν. -ας,   ήττα  της  ομάδας  επηρέασε  ψυ-  Σύνθ.: ηττοπαθής, ηττοπάθεια
                  πληθ. -ες, γεν. -ών]  χολογικά τους αθλητές.  Οικογ. Λέξ.: ηττώμαι
                  [αρχ. ἧττα]                                   Προσδιορ.:  εκλογική,  απροσ-
                                                                δόκητη,  οδυνηρή,  ταπεινωτική,
                                                                διπλωματική


                   ηφαίστειο (το)   ρήγμα  στον  φλοιό  της  γης  Σύνθ.:  ηφαιστειολόγος,  ηφαι-
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  απ’  όπου  κατά  καιρούς   στειολογία, ηφαιστειογενής
                  (η-φαί-στει-ο, γεν.   βγαίνουν καπνοί και πυρα-  Οικογ. Λέξ.: ηφαιστειακός
                  -είου, πληθ. -α)  κτωμένα υλικά (λάβα):




                                                     82





       10-0102-16,5X23,5.indd   82                                                   19/11/2015   2:09:25 µµ
   78   79   80   81   82   83   84   85   86   87   88