Page 84 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 84

ήχος

               [αρχ. ἡφαίστειον <   ►Η τελευταία έκρηξη του ηφαι-  Προσδιορ.:  ενεργό,    ανενεργό,
               Ἥφαιστος]         στείου της Σαντορίνης έγινε το   σβησμένο
                                 1950.                       Φράσεις:  ►Καθόμαστε  πά-νω
                                                             σ’  ένα ηφαίστειο (= για επικίν-
                                                             δυνη  και  δύσκολη  κατάσταση)
                                                             ►Έγινε  ηφαίστειο  (=  νευρίασε
                                                             πολύ)

                   ήχος (ο)      1. καθετί που αντιλαμβανό-  Σύνθ.:  ηχογραφώ,  ηχομόνωση,
                (Ουσιαστικό, Ο14)  μαστε με την ακοή: ►Ο ήχος   ηχορύπανση,  υπέρηχος,  ηχό-
               (ή-χος)           της καμπάνας ήταν χαρμόσυνος.  χρωμα, ηχόμετρο, ηχολήπτης
               [αρχ.   ἦχος]     2.  (φυσ.)  ακουστικό  αίσθη-  Οικογ. Λέξ.: ηχώ, ηχηρός, ηχη-
                                 μα που οφείλεται σε παλμι-  τικός
                                                             Προσδιορ.: ανεπαίσθητος, ρυθ-
                                 κές  δονήσεις  σωματιδίων   μικός,  μελωδικός,  μεταλλικός,
                                 του μέσου, π.χ. του αέρα, με  εκκωφαντικός (= πολύ δυνατός)
                                 το  οποίο    μεταδίδεται:  ►Η  (1)
                                 ταχύτητα του ήχου είναι 340 μέ-
                                 τρα ανά δευτερόλεπτο.









































                                                  83





       10-0102-16,5X23,5.indd   83                                                   19/11/2015   2:09:26 µµ
   79   80   81   82   83   84   85   86   87   88   89