Page 85 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 85
θάμνος (ο) πολυετές φυτό χωρίς κορ- Σύνθ.: θαμνόφυτος
(Ουσιαστικό, Ο14) μό, με μικρό ύψος και κλα- Οικογ. Λέξ.: θαμνώδης
(θά-μνος) διά που φυτρώνουν χαμηλά Προσδιορ.: καλλωπιστικός
[αρχ. θάμνος < στη βάση του: ►Η τριαντα-
επίρρ. θαμὰ (= συ- φυλλιά και η λυγαριά είναι θά-
χνά)] μνοι.
θάρρος (το) έλλειψη φόβου, τόλ- Αντίθ.: δειλία, φόβος, ατολμία
(Ουσιαστικό, Ο37) μη, αποφασιστικότητα: Συνών.: γενναιότητα, σθένος
(θάρ-ρος, γεν. -ους, ►Αντιμετωπίζει με θάρρος και Οικογ. Λέξ.: θαρρώ, θαρρετός,
πληθ. - ) γενναιότητα τις δυσκολίες της θαρρετά (επίρρ.), θαρραλέος
[αρχ. θάρρος < ζωής. Προσδιορ.: μεγάλο, πατριωτικό
θάρσος]
θαύμα (το) 1. καθετί που γίνεται ξε- Σύνθ.: θαυματοποιός
(Ουσιαστικό, Ο39) περνώντας τους φυσικούς Οικογ. Λέξ.: θαυμάζω, θαυμά-
(θαύ-μα, γεν. -ατος, νόμους και που δεν έχει λο- σιος, θαυμασμός, θαυμαστός,
πληθ. -ατα] γική ή επιστημονική εξήγη- θαυμαστής, θαυμαστικό (το)
[αρχ. θαῦμα] ση: ►Το θαύμα της ανάστασης Φράσεις: ►Ως εκ θαύματος (=
του Λαζάρου γιορτάζεται την απρόσμενα) ►Ω του θαύματος!
(= προς μεγάλη έκπληξη)
παραμονή των Βαΐων.
2. καθετί που προκαλεί
θαυμασμό και κατάπληξη:
►Το αρχιτεκτονικό θαύμα της
Ακρόπολης συγκινεί ολόκληρη
την ανθρωπότητα.
84
10-0102-16,5X23,5.indd 84 19/11/2015 2:09:26 µµ

