Page 86 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 86
θέμα
θέα (η) 1. παρατήρηση, κοίταγμα: Συνών.: αντίκρισμα (1), θέαμα
(Ουσιαστικό, Ο19) ►Στη θέα του Παρθενώνα αι- (2)
(θέ-α, γεν. -ας, πληθ. σθάνθηκα εθνική υπερηφάνεια. Σύνθ.: Αμφιθέα, Καλλιθέα,
- ] 2. αυτό που βλέπουμε κοι- Λευκοθέα, Δωροθέα, Τερψιθέα
[αρχ. θέα] τάζοντας από ψηλά ή από Οικογ. Λέξ.: θέαμα, θεατής, θέ-
μακριά: ►Από το Σούνιο έχει αση
Προσδιορ.: πανοραμική, μα-
κανείς ωραία θέα. γευτική (1, 2)
θέατρο (το) 1. η τέχνη με την οποία ανα- Σύνθ.: αμφιθέατρο, θεατρόφι-
(Ουσιαστικό, Ο34) παριστάνονται από ηθοποι- λος, θεατράνθρωπος, θεατρολο-
(θέ-α-τρο ) ούς πάνω στη σκηνή διά- γία
[λόγ. < αρχ. θέα- φορα γεγονότα: ►Σπούδασε Οικογ. Λέξ.: θεατρικός, θεα-
τρον < θεῶμαι < θέατρο και κλασική φιλολογία. τρικότητα, θεατρίνος, θεατρινι-
θέα] σμός
2. κλειστός ή ανοιχτός χώ- Προσδιορ.: αρχαίο, κλασικό,
ρος όπου παρουσιάζονται μοντέρνο, κρατικό, δημοτικό,
θεατρικές παραστάσεις: περιφερειακό (2)
►Παρακολουθήσαμε μια εξαιρε- Φράσεις: ►Θέατρο σκιών (= ο
τική παράσταση στο αρχαίο θέα- Καραγκιόζης) ►Παίζω / κάνω
τρο των Φιλίππων. θέατρο (= προσποιούμαι, κο-
3. (μτφ.) τόπος όπου συμ- ροϊδεύω) ►Γίνομαι θέατρο (=
γελοιοποιούμαι)
βαίνει κάποιο σπουδαίο γε-
γονός: ►Η Μακεδονία υπήρξε
θέατρο πολεμικών συγκρούσεων
κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
θέμα (το) 1. ζήτημα, υπόθεση που μας Σύνθ.: θεματογραφία, θεματο-
(Ουσιαστικό, Ο39) απασχολεί: ►Το θέμα που μας λογία, θεματοφύλακας, ανάθε-
(θέ-μα, γεν. -ατος, απασχόλησε ήταν η μόλυνση μα
πληθ. -ατα] του περιβάλλοντος. Οικογ. Λέξ.: θεματικός
[μτγν. θέμα < αρχ. 2. ερώτημα που δίνεται σε Προσδιορ.: άλυτο, επίκαιρο (1,
τίθημι] 2), ενεστωτικό (3), επίμαχο, φι-
εξετάσεις για απάντηση: λοσοφικό (1)
►Το πρώτο θέμα των εξετάσεων
ήταν πολύ δύσκολο.
3. (γραμμ.) το αμετάβλητο
τμήμα της λέξης που δηλώ-
νει και την κύρια σημασία:
►Στη λέξη παιδεία το θέμα είναι
παιδ- και το επίθημα -εία.
85
10-0102-16,5X23,5.indd 85 19/11/2015 2:09:26 µµ

