Page 87 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 87

θεραπεύω

                     θεραπεύω       1.  (αμτβ.)  (μέσ.)  γιατρεύο-  Σύνθ.: αποθεραπεύω
                      (Ρήμα, Ρ2)    μαι:  ►Η  αρρώστια  του    θερα-  Συνών.: επανορθώνω (2)
                  (ενεστ.  θε-ρα-πεύ-ω,   πεύεται σήμερα πιο εύκολα παρά   Οικογ.  Λέξ.:  θεραπεία,  θερα-
                  αόρ. θεράπευσα, παθ.   στο παρελθόν.          πευτής, θεραπευτικός, θεραπευ-
                  αόρ.  θεραπεύτηκα,   2. (μτβ.) αποκαθιστώ μια ζη-  τήριο, θεραπεύσιμος
                  παθ.  μτχ.  θεραπευ-
                  μένος)            μιά, βελτιώνω μια κατάστα-
                  [αρχ.  θεραπεύω  <    ση:  ►Η πολιτεία προσπαθεί να
                  θεράπων]          θεραπεύσει τις πληγές που άφη-
                                    σε πίσω του  ο σεισμός.

                      θερίζω        1. (μτβ.) κόβω στάχυα ή χόρ-  Συνών.:  δρέπω  (2),  εξοντώνω,
                      (Ρήμα, Ρ4)    τα:  ►Τον  Ιούνιο  θερίζουμε  τα   αφανίζω (3)
                  (ενεστ. θε-ρί-ζω, αόρ.   σιτηρά.              Οικογ.  Λέξ.:  θέρος,  θερισμός,
                  θέρισα, παθ. αόρ. θε-  2.  (μτβ.)  (μτφ.)  απολαμβά-  θέρισμα, θεριστής, θεριστικός
                  ρίστηκα,  παθ.  μτχ.   νω  τις  συνέπειες  της  προ-
                  θερισμένος)
                  [αρχ.  θερίζω  <  θέ-  σπάθειας  που  κατέβαλα:
                  ρος (= καλοκαίρι)]  ►Θερίζει τους καρπούς των κό-
                                    πων μιας ολόκληρης ζωής.
                                    3.  (μτβ.)  (μτφ.)  προκαλώ
                                    αθρόους  θανάτους,  εξολο-
                                    θρεύω: ►Θέρισε τον εχθρό με
                                    τα πολυβόλα.

                   θερμός, -ή, -ό   1.  που  έχει  υψηλή  θερμο-  Αντίθ.: κρύος, ψυχρός, παγωμέ-
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  κρασία:  ►Τα  χελιδόνια  ταξι-  νος (1)
                  και άψυχα)        δεύουν κάθε φθινόπωρο για τις   Συνών.: ζεστός (1, 2)
                  (θερ-μός)         θερμές χώρες.               Σύνθ.:  θερμοκρασία,  θερμοκή-
                  [αρχ. θερμὸς]     2.  (μτφ.)  έντονος,  ζωηρός,   πιο,  θερμοσίφωνας,  θερμοστά-
                                    εγκάρδιος: ►Η συζήτηση που   της, θερμοπληξία, ένθερμος
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  θέρμη,  θερμά
                                    έγινε ανάμεσά μας ήταν  ιδιαίτε-  (επίρρ.),  θερμαίνω,  θερμότητα,
                                    ρα θερμή.                   θερμαστής, θερμάστρα
                                                                Προσδιοριζ.: επεισόδιο, υποδο-
                                                                χή, παράκληση, ενδιαφέρον, ευ-
                                                                χές (οι), συγχαρητήρια (τα) (2),
                                                                χώρες (1)



                      θέση (η)      1.  το  μέρος  όπου  βρίσκε-  Σύνθ.:  έκθεση,  σύνθεση,  ανάθε-
                   (Ουσιαστικό, Ο27)  ται  ή  τοποθετείται  κάτι:   ση,  διάθεση,  μετάθεση,  κατάθε-
                  (θέ-ση, γεν. -ης,   ►Ξαναέβαλε τα βιβλία στη θέση   ση, αντίθεση, επίθεση
                  -εως, πληθ. -εις)  που βρίσκονταν.            Οικογ. Λέξ.: θέτω
                  [αρχ. θέσις < τίθη-  2.  το  κάθισμα  σε  μετα-
                  μι (= θέτω)]





                                                     86





       10-0102-16,5X23,5.indd   86                                                   19/11/2015   2:09:26 µµ
   82   83   84   85   86   87   88   89   90   91   92