Page 88 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 88

θήρα

                                 φορικά    μέσα,   αίθουσες  Προσδιορ.:  προνομιακή (2, 4),
                                 κ.λπ.:  ►Σηκώθηκε να προσφέ-  πλεονεκτική  (4),  αριθμημένη
                                 ρει τη θέση του σ’ έναν ηλικιω-  (2),  επίκαιρη (3)
                                 μένο.                       Φράσεις:  ►Κρατάω  τη  θέση
                                 3.  άποψη,  γνώμη:    ►Οι  θέ-  μου  (=  φέρνομαι  με  αξιοπρέ-
                                 σεις  του  για  τα  ζητήματα  της   πεια)  ►Είμαι  σε  θέση  να  …  (=
                                 παιδείας είναι γνωστές σε όλους.  μπορώ  να  …)  ►Παίρνω  θέση
                                                             σε κάτι (= εκφράζω την άποψή
                                 4.  κατάσταση  στην  οποία   μου)
                                 βρίσκεται  κάποιος:  ►Έχασε
                                 τη δουλειά του και τώρα βρίσκε-
                                 ται σε δύσκολη θέση.
                  θεσμός (ο)     1.  κοινωνικός  ή  πολιτικός  Σύνθ.:  θεσμοθετώ, θεσμοθέτηση,
                (Ουσιαστικό, Ο13)  οργανισμός,  αναγνωρισμέ-  θεσμοφύλακας
               (θε-σμός)         νος  με  νόμο,  για  την  εξυ-  Οικογ. Λέξ.: θέσμιος, θεσμικός
               [αρχ.  θεσμὸς  <  τί-  πηρέτηση  του  κοινωνικού   Προσδιορ.:   αναγνωρισμένος,
               θημι]             συνόλου: ►Ο θεσμός των δι-  θεμελιώδης, φιλελεύθερος (1)
                                 καστηρίων έχει σκοπό την απο-
                                 νομή της δικαιοσύνης.
                                 2. συνήθεια, τρόπος κοινω-
                                 νικής  συμπεριφοράς  που
                                 τελικά  καθιερώνεται,  επει-
                                 δή ισχύει και επαναλαμβά-
                                 νεται  για  μεγάλο  χρονικό
                                 διάστημα:  ►Η  γιορτή  για  τη
                                 λήξη  του  σχολικού  έτους  έχει
                                 γίνει θεσμός στο σχολείο μας.

                 θηλυκός, -ή     αυτός που ανήκει στο φύλο  Αντίθ.: αρσενικός
                   (-ιά), -ό     που  γεννά απογόνους:  ►Η  Συνών.: θήλυς
               (Επίθετο, Ε1, Ε5,   φοράδα είναι το θηλυκό του αλό-  Οικογ. Λέξ.: θηλυκότητα
               έμψυχα)           γου.                        Φράσεις:  ►Θηλυκό  μυαλό  (=
               (θη-λυ-κός)                                   για  άνθρωπο που γεννάει πολ-
               [λόγ.  <  ελνστ.  <                           λές ιδέες)
               αρχ. θῆλυς]
                   θήρα (η)      κυνήγι:   ►Στους  Εθνικούς  Συνών.: άγρα
                (Ουσιαστικό, Ο19)  Δρυμούς απαγορεύεται η θήρα.  Σύνθ.: βαθμοθήρας, ψηφοθήρας
               (θή-ρα, γεν. -ας,                             Οικογ. Λέξ.: θηρεύω,    θήραμα
               πληθ. - ]
               [αρχ.  θὴρ  (=  άγριο
               ζώο)]









                                                  87





       10-0102-16,5X23,5.indd   87                                                   19/11/2015   2:09:26 µµ
   83   84   85   86   87   88   89   90   91   92   93