Page 89 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 89
θηρίο
θηρίο (και θεριό) 1. άγριο σαρκοφάγο ζώο: Σύνθ.: θηριοδαμαστής, θηριο-
(το) ►Το λιοντάρι και η τίγρη είναι μαχία, μεγαθήριο, θηριοτρο-
(Ουσιαστικό, Ο32, θηρία της ζούγκλας. φείο
Ο31) 2. μυθικό τέρας, στοιχειό: Οικογ. Λέξ.: θεριεύω, θέριεμα,
(θη-ρί-ο) ►Η Λερναία Ύδρα ήταν ένα θηριώδης, θηριωδία
[αρχ. θηρίον < υπο- μυθικό θηρίο που το σκότωσε ο Προσδιορ.: τερατόμορφο, θα-
κορ. του θὴρ] Ηρακλής. λάσσιο (1, 2), μυθικό (2), μανια-
σμένο (3)
3. (μτφ.) άνθρωπος άσπλα-
χνος και σκληρόκαρδος:
►Μερικές φορές συμπεριφέρε-
ται σαν πραγματικό θηρίο.
4. άνθρωπος υγιής, δυνα-
τός: ►Πριν από λίγο καιρό ήταν
άρρωστος, αλλά τώρα είναι πάλι
θηρίο.
θησαυρός (ο) 1. το σύνολο πολύτιμων Συνών.: πλούτος (2)
(Ουσιαστικό, Ο13) πραγμάτων που συγκε- Σύνθ.: θησαυροφυλάκιο
(θη-σαυ-ρός) ντρώνονται και φυλάσ- Οικογ. Λέξ.: θησαυρίζω, θησαύ-
[αρχ. θησαυρὸς] σονται: ►Οι θησαυροί της ρισμα
Βεργίνας αποτελούν ανεκτίμητο Προσδιορ.: αμύθητος, ανεκτί-
μητος, κρυμμένος, παραμυθέ-
αρχαιολογικό πλούτο. νιος, σπάνιος (1, 2, 3)
2. καθετί που υπάρχει σε Φράσεις: ►Άνθρακες ο θησαυ-
αφθονία: ►Είχε στην κατοχή ρός (= διαψεύστηκαν οι ελπίδες)
του έναν αμέτρητο θησαυρό πα-
λιών βιβλίων.
3. οτιδήποτε θεωρείται ότι
έχει μεγάλη αξία, σπουδαι-
ότητα: ►Η βιβλιοθήκη του
σχολείου μας είναι αληθινός θη-
σαυρός.
θνητός, -ή, -ό αυτός που από τη φύση του Αντίθ.: αθάνατος
(Επίθετο, Ε1, έμψυ- είναι προορισμένος να πε- Οικογ. Λέξ.: θνήσκω, θνησιμό-
χα) θάνει: ►Όλοι οι άνθρωποι εί- τητα
(θνη-τός) μαστε θνητοί. Φράσεις: ►Κοινός θνητός (=
[αρχ. θνητὸς < αυτός που δεν ανήκει σε προνο-
θνήσκω] μιούχα τάξη)
θρησκεία (η) 1. η πίστη σε θεϊκή δύναμη Σύνθ.: θρησκειολογία, θρησκό-
(Ουσιαστικό, Ο19) και η λατρεία της: ►Πίστεψε ληπτος
(θρη-σκεί-α) στη διδασκαλία του Χριστού Οικογ. Λέξ.: θρησκεύω, θρή-
[ελνστ. θρησκεία και ασπάστηκε την Ορθόδοξη σκευμα, θρησκευτικός, θρησκευ-
< θρησκεύω < Χριστιανική θρησκεία. τικότητα
θρῆ-σκος] Προσδιορ.: μονοθεϊστική,
88
10-0102-16,5X23,5.indd 88 19/11/2015 2:09:26 µµ

