Page 90 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 90
θυσία
2. (μτφ.) καθετί που θεωρεί πολυθεϊστική, επίσημη, μυστη-
κάποιος ιερό: ►Η ποδοσφαι- ριακή (1)
ρική ομάδα που υποστηρίζει εί-
ναι γι’ αυτόν η θρησκεία του.
θύελλα (η) 1. δυνατός άνεμος με βροχή: Συνών.: καταιγίδα, ανεμοστρό-
(Ουσιαστικό, Ο20) ►Η χθεσινή θύελλα ξερίζωσε βιλος, σίφουνας, τυφώνας (1),
(θύ-ελ-λα) πολλά δέντρα. σύγχυση (2)
[αρχ. θύελλα] 2. μεγάλη αναταραχή, σφο- Σύνθ.: ανεμοθύελλα, χιονοθύ-
δρή αντίδραση: ►Τα λόγια ελλα
Οικογ. Λέξ.: θυελλώδης
του ξεσήκωσαν θύελλα αντιδρά- Παροιμ.: ►Όποιος σπέρνει ανέ-
σεων. μους, θερίζει θύελλες
θυμάμαι και θυ- 1. (μτβ.) διατηρώ στη μνή- Αντίθ.: ξεχνώ, λησμονώ (1, 2)
μούμαι μη μου: ►Θυμάμαι πολύ καλά Συνών.: ενθυμούμαι (2)
Σύνθ.: αναθυμούμαι, ξαναθυ-
(Ρήμα, Ρ8) τα λόγια που μου είπες πριν από μούμαι
(ενεστ. θυ-μά-μαι, λίγες ημέρες. Οικογ. Λέξ.: θύμηση, θυμητικό
αόρ. θυμήθηκα) 2. (μτβ.) επαναφέρω στη
[μεσν. θυμοῦμαι < μνήμη μου: ►Θυμάμαι με νο-
αρχ. ἐνθυμοῦμαι] σταλγία τα παιδικά μου χρόνια.
►Θυμάμαι ότι αυτός ήταν ο κα-
λύτερος μαθητής της τάξης μας.
θυσία (η) 1. προσφορά σε θεότητα Σύνθ.: αυτοθυσία
(Ουσιαστικό, Ο19) με λατρευτικό χαρακτήρα: Οικογ. Λέξ.: θυσιάζω, θυσια-
(θυ-σί-α, γεν. -ας, ►Πολλοί αρχαίοι λαοί πρόσφε- στήριο
πληθ. -ες, γεν. -ιών) ραν θυσίες στους θεούς. Προσδιορ.: αιματηρή (1, 2),
[αρχ. θυσία < θύω 2. (μτφ.) η στέρηση υλικών ανώφελη, ηρωική, οικονομική
(= θυσιάζω)] ή πνευματικών αγαθών για (2)
χάρη άλλου προσώπου ή Φράσεις: ►Πάσῃ θυσίᾳ (= με
κάθε τίμημα) ►Γίνομαι θυσία
για κάποιο σκοπό: ►Έκανε (= κάνω ό,τι μπορώ)
πολλές θυσίες, για να σπουδάσει
τα παιδιά του.
89
10-0102-16,5X23,5.indd 89 19/11/2015 2:09:26 µµ

