Page 91 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 91
ιδανικός -ή, -ό 1. ο καλύτερος που θα μπο- Αντίθ.: υπαρκτός, πραγματικός
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα ρούσε να βρεθεί: ►Η σημε- (2)
και άψυχα) ρινή ημέρα είναι ιδανική για Συνών: ιδεώδης, υποδειγματι-
(ι-δα-νι-κός) εκδρομή. κός (1, 2)
[μτγν. ἰδανικὸς < 2. που υπάρχει μόνο ως Οικογ. Λέξ.: ιδανικό (το), (εξ)
ἰδανὸς < ὁρῶ] ιδανικεύω, ιδανικά (επίρρ.)
ιδέα, ο ιδεατός, άψογος, Προσδιοριζ: τόπος, κόσμος (1,
τέλειος: ►Πολλοί συγγραφείς 2)
ύμνησαν την ιδανική ομορφιά. Φράσεις: ►Τα ιδανικά (= ο
3. (ουδ. ιδανικό) σπουδαί- υψηλός πνευματικός ή ηθικός
ος σκοπός για τον οποίο στόχος)
αγωνίζεται ένας άνθρωπος
ή ένα σύνολο ανθρώπων:
►Για να πραγματοποιηθεί το
ιδανικό της δημοκρατίας είναι
απαραίτητος ο διάλογος.
ιδέα (η) 1. η παράσταση κάθε αντι- Σύνθ: ιδεολογία, ανίδεος
(Ουσιαστικό, Ο19) κειμένου που σχηματίζεται Οικογ. Λέξ.: ιδεατός, ιδεώδης,
(ι-δέ-α) στον νου: ►Δεν έχω ιδέα για το ιδεαλιστής
[αρχ. ἰδέα < ἰδεῖν < χρώμα που έχει η ζέβρα. Προσδιορ.: ριζοσπαστική, φιλε-
ὁρῶ (= βλέπω)] 2. γνώμη, άποψη, κρίση: λεύθερη, κυρίαρχη, κοινωνική,
►Σχημάτισα καλή ιδέα για το προοδευτική (1, 2), υποκειμενι-
κή, πρωτότυπη (1, 2)
άτομό σου. Φράσεις: ►Έχει μεγάλη ιδέα
3. ιδανικό: ►Η ιδέα της ελευ- για τον εαυτό του (= θεωρεί ότι
θερίας ξεσήκωσε τους Έλληνες είναι σπουδαίος) ►Κατεβάζω
το 1821. ιδέες (= είμαι επινοητικός)
90
10-0102-16,5X23,5.indd 90 19/11/2015 2:09:27 µµ

