Page 92 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 92
ικανοποίηση
ιδιαίτερος, -η που ανήκει σε κάποιον, Οικογ. Λέξ.: ιδιαιτέρως (= χω-
(-έρα), -ο εξαιρετικός, ξεχωριστός: ριστά) (επίρρ.), ιδιαίτερα (= κυ-
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα ►Αυτός ο μαθητής διακρίνεται ρίως) (επίρρ.), ιδιαιτερότητα
και άψυχα) για τις ιδιαίτερες ικανότητές του. Προσδιοριζ.: πατρίδα, αδυνα-
(ι-δι-αί-τε-ρος, γεν. μία, προτίμηση
-ου, -ης (-έρας), -ου, Φράσεις: ►Ιδιαίτερη πα-
πληθ. -οι, -ες, -α) τρίδα (= τόπος καταγωγής)
[αρχ. ἰδιαίτερος < ►Ιδιαιτέρα γραμματέας (=
ἴδιος] προσωπική γραμματέας) ►Τα
ιδιαίτερα (= οι προσωπικές υπο-
θέσεις)
ίδρυμα (το) οργανισμός που έχει επι- Οικογ. Λέξ.: ιδρυματικός, ιδρυ-
(Ουσιαστικό, Ο40) στημονικό ή φιλανθρωπικό ματισμός
(ί-δρυ-μα, γεν. σκοπό: ►Το Ελληνικό Ίδρυμα Προσδιορ.: δημόσιο, ιδιωτικό,
-ατος, πληθ. –ατα) Πολιτισμού φροντίζει για τη δι- φιλανθρωπικό, επιστημονικό,
[αρχ. ἵδρυμα < άδοση της ελληνικής γλώσσας μορφωτικό, νοσηλευτικό
ἱδρύω] σε ολόκληρο τον κόσμο. Φράσεις: Ανώτατο Εκπαι-
δευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.) (= το
Πανεπιστήμιο)
ικανός, -ή, -ό 1. αυτός που μπορεί να κά- Αντίθ.: ανίκανος
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα νει κάτι καλά, ο επιδέξιος: Συνών: άξιος (1), ικανοποιητι-
και άψυχα) ►Είναι ικανός να λύσει οποια- κός (2)
(ι-κα-νός) δήποτε άσκηση Φυσικής. Σύνθ.: ικανοποιώ, ικανοποίηση,
[αρχ. ἱκανὸς (= αρ- 2. αρκετός, επαρκής: ►Για ανικανοποίητος
κετός)] Οικογ. Λέξ.: ικανότητα
να πραγματοποιηθεί η εκδρομή, Προσδιοριζ.: άνθρωπος, μαθη-
πρέπει να συμπληρωθεί ικανός τής (1), ποσότητα (2)
αριθμός μαθητών. Φράσεις: ►Ικανός για όλα (=
για αδίστακτο άνθρωπο)
ικανοποίηση 1. το συναίσθημα της έντο- Αντίθ.: απογοήτευση (1)
(η) νης ευχαρίστησης που νιώ- Συνών: χαρά (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) θει κάποιος από μια επιτυ- Οικογ. Λέξ.: ικανοποιώ, ικανο-
(ι-κα-νο-ποί-η-ση, χία ή από την πραγματο- ποιητικός
γεν. -ης, -ήσεως, ποίηση μιας επιθυμίας: ►Ο Προσδιορ.: ηθική, ψυχική (1, 2),
πληθ. -ήσεις) δάσκαλος διαπιστώνει με μεγά- επαγγελματική (2)
[λόγ. ἱκανοποίησις λη ικανοποίηση την πρόοδο των
< ἱκανοποιῶ]
μαθητών του.
2. υλική ή ηθική αποκατά-
σταση ζημίας ή προσβολής:
►Ζήτησε ικανοποίηση για τη
βλάβη που του προξένησαν στο
αυτοκίνητο.
91
10-0102-16,5X23,5.indd 91 19/11/2015 2:09:27 µµ

