Page 93 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 93
ικετεύω
ικετεύω (μτβ.) παρακαλώ θερμά, Συνών: θερμοπαρακαλώ, εκλι-
(Ρήμα, Ρ2) ζητώ βοήθεια: ►Σας ικετεύω παρώ
(ενεστ. ι-κε-τεύ-ω, να με βοηθήσετε να αντιμετωπί- Οικογ. Λέξ.: ικεσία, ικέτης, ικε-
αόρ. ικέτεψα) σω αυτή τη δύσκολη στιγμή που τευτικός, ικετευτικά (επίρρ.)
[αρχ. ἱκετεύω < περνάω.
ἱκέτης]
ιός (ο) 1. μικροοργανισμός που Οικογ. Λέξ.: ιογενής
(Ουσιαστικό, Ο13) αναπτύσσεται σε ζωντανά
(ι-ός) κύτταρα και προκαλεί λοι-
[αρχ. ἰὸς (= δηλητή- μώδη νοσήματα : ►Ο ιός της
ριο)] γρίπης είναι ιδιαίτερα επικίνδυ-
νος για τους ηλικιωμένους.
2. (μτφ.) μικρό πρόγραμμα
ή κώδικας που καταστρέ-
φει προγράμματα ή μέρη
του υπολογιστή: ►Έχασα όλα
μου τα αρχεία στον υπολογιστή
εξαιτίας κάποιου νέου ιού.
ίππος (ο) 1. το άλογο: ►Ο δούρειος ίπ- Σύνθ.: ιππόδρομος, ιπποδύνα-
(Ουσιαστικό, Ο14) πος ήταν το τέχνασμα που επινό- μη, ιπποκόμος, έφιππος
(ίπ-πος) ησε ο Οδυσσέας για την άλωση Οικογ. Λέξ.: ιππεύω, ιππικός,
[αρχ. ἵππος (= το της Τροίας. ιππασία, ιππότης, ιππέας
άλογο)] 2. μονάδα μέτρησης της Προσδιορ.: φορολογήσιμος (2)
δύναμης μιας μηχανής:
►Αγόρασα ένα αυτοκίνητο που
έχει κινητήρα εκατό ίππων.
ισορροπία (η) 1. (φυσ.) η κατάσταση ενός Αντίθ.: ανισορροπία
(Ουσιαστικό, Ο19) υλικού σώματος στο οποίο Σύνθ.: ανισορροπία
(ι-σορ-ρο-πί-α) ενεργούν δύο αντίθετες δυ- Οικογ. Λέξ.: ισορροπώ, ισόρρο-
[αρχ. ἰσορροπία < νάμεις, από τις οποίες η μία πος, ισορρόπηση, ισορροπιστής,
ἰσόρροπος] εξουδετερώνει την άλλη: ισορροπημένος
►Ο ακροβάτης περπατούσε σε Φράσεις: ►Λεπτή ισορροπία (=
τεντωμένο σκοινί κρατώντας αυτή που είναι εύκολο να δια-
ταραχτεί)
την ισορροπία του.
2. (μτφ.) η ψυχική υγεία και
ηρεμία: ►Για να ξαναβρείς την
ισορροπία σου, χρειάζεσαι οπωσ-
δήποτε λίγες ημέρες ξεκούρα-
σης.
92
10-0102-16,5X23,5.indd 92 19/11/2015 2:09:27 µµ

