Page 94 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 94

ιστορία

                  ίσος -η, -ο    αυτός  που  είναι  ίδιος  στο  Αντίθ.: άνισος
               (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  μέγεθος,  τη  δύναμη  ή  την   Συνών: ισοδύναμος, ίδιος
               και άψυχα)        αξία με κάποιον άλλον: ►Το   Σύνθ.:  ισόβαθμος,  ισόπαλος,
               (ί-σος)           τετράγωνο έχει και τις τέσσερις   ισάξιος,  ισόβιος,  ισόπλευρος,
               [αρχ. ἴσος]       πλευρές του ίσες. ►Όλοι οι πο-  ισόπεδος,  ισόρροπος,  ισότιμος,
                                                             ισοψηφία, ισόγειος, ισημερινός
                   Προσοχή!      λίτες  είναι  ίσοι  απέναντι  στον  Οικογ. Λέξ.:  ίσα (επίρρ.), ισότη-
               ►ίσος   (=   ίδιος)            νόμο.          τα
               ►ίσως  (=  μπορεί,                            Προσδιοριζ.:  δικαιώματα  (τα),
                   πιθανόν)                                  ευκαιρίες (οι), μεταχείριση
               ►ίσιος (= ευθύς)

                 ισότητα (η)     1. το να είναι δύο ή περισ-  Αντίθ.: ανισότητα (1, 2)
                (Ουσιαστικό, Ο22)  σότερα  μεγέθη  ίσα  μεταξύ   Συνών:  ισονομία,  ισοδυναμία,
               (ι-σό-τη-τα, πληθ. - )  τους:  ►Το σύμβολο της ισότη-  ισοπολιτεία (2)
               [λόγ. < αρχ. ἰσότης  τας είναι το = (ίσον).   Προσδιορ.:  κοινωνική,  πολιτι-
               < ἴσος]           2.  η  ίση  μεταχείριση,  η  έλ-  κή, οικονομική (2)
                                 λειψη  κάθε  διαφοράς  και
                                 διάκρισης  μεταξύ  των  αν-
                                 θρώπων:  ►Η ισότητα ανδρών
                                 και  γυναικών  κατοχυρώνεται
                                 από το Σύνταγμα της χώρας μας.

                 ιστορία (η)     1.  η  γραπτή,  κυρίως,  αφή-  Σύνθ.:  ιστοριογραφία,      προϊ-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  γηση  σπουδαίων  γεγονό-  στορία
               (ι-στο-ρί-α)      των  που  αναφέρεται  σε    Οικογ. Λέξ.: ιστορώ, ιστορικός,
               [αρχ. ἱστορία <   πρόσωπα,  λαούς  και  έθνη:   ιστορικό  (το),  ιστορικά  (επίρρ.),
               ἵ-στωρ (= γνώ-    ►Γνωρίζει πολύ καλά την ιστο-  ιστορικότητα
               στης)]            ρία της Αρχαίας Ελλάδας.    Προσδιορ.: αρχαία, βυζαντινή,
                                 2.  η  επιστήμη  που  ερευνά   ελληνική, μεσαιωνική, νεότερη,
                                                             παγκόσμια,  ευρωπαϊκή,  πολι-
                                 και  ερμηνεύει  τα  ιστορικά   τική,  ρωμαϊκή,  σύγχρονη  (1,  2,
                                 γεγονότα  του  παρελθόντος:  3),  διασκεδαστική,  δραματική,
                                 ►Οι πηγές της Ιστορίας παρου-  συγκλονιστική, φανταστική (4)
                                 σιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
                                 3. το  βιβλίο και το μάθημα
                                 της  Ιστορίας:  ►Αγόρασε  ένα
                                 βιβλίο  Ιστορίας  της  νεότερης
                                 Ελλάδας.
                                 4.   αφήγηση   συμβάντων
                                 πραγματικών  ή  φανταστι-
                                 κών: ►Κάθε βράδυ έφερνε στον
                                 νου  του  διάφορες  ιστορίες  από
                                 την παιδική ηλικία του.








                                                  93





       10-0102-16,5X23,5.indd   93                                                   19/11/2015   2:09:27 µµ
   89   90   91   92   93   94   95   96   97   98   99